τημελέω: Difference between revisions

From LSJ

ποταμῷ γὰρ οὐκ ἔστιν ἐμβῆναι δὶς τῷ αὐτῷ → it is impossible to step twice in the same river, you cannot step twice into the same rivers

Source
(Bailly1_5)
(6)
Line 18: Line 18:
{{bailly
{{bailly
|btext=-ῶ :<br />prendre soin de, s’occuper de, acc. <i>ou</i> gén..<br />'''Étymologie:''' DELG étym. incertaine, pê de τηλε-[[μέλομαι]] « prévoir de loin ».
|btext=-ῶ :<br />prendre soin de, s’occuper de, acc. <i>ou</i> gén..<br />'''Étymologie:''' DELG étym. incertaine, pê de τηλε-[[μέλομαι]] « prévoir de loin ».
}}
{{lsm
|lsmtext='''τημελέω:''' μέλ. <i>τημελήσω</i>, [[προστατεύω]], [[φροντίζω]], με αιτ., σε Ευρ.· με γεν., [[φροντίζω]], [[επιμελούμαι]], στον ίδ. (αμφίβ. προέλ.).
}}
}}

Revision as of 02:04, 31 December 2018

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: τημελέω Medium diacritics: τημελέω Low diacritics: τημελέω Capitals: ΤΗΜΕΛΕΩ
Transliteration A: tēmeléō Transliteration B: tēmeleō Transliteration C: timeleo Beta Code: thmele/w

English (LSJ)

   A take care of, look after, c. acc., χώρει πρὸς Ἄργος παρθένους τε τημέλει E.IA 731; οὐδ' ἐργάτης σίδηρος . . οἴνης ὀρχάτους ἐτημέλει Moschio Trag.6.12; αἱ γυναῖκες, ὅταν τέκωσι, τ. τοὺς ἄνδρας Nymphod.15; ἵνα μηδὲν ἄλλο ἢ ταύτην (sc. τὴν ἀρετὴν) καθάπερ ἀγαθὸς γεωργὸς τ. καὶ περιέπῃ Ph.1.52, cf. eund. ap. Eus.PE8.14; τημελοῦντες [τὴν ἀρχὴν] ὥσπερ νομεῖς Aristid.Or.26(14).18; τ. τὴν κεφαλήν Plu.Art.18, Artem.1.38, cf. Plu.2.148d, S.E.M.7.249: c. gen., σώματός τ' ἐτημέλει E.IT311, cf. Pl.Lg.953a:—Med., c. acc., D.H.4.67.

German (Pape)

[Seite 1108] sorgen, warten, pflegen; τινός, Eur. I. T. 311; τί, I. A. 731; neben ἐπιμελεῖσθαι, Plat.

Greek (Liddell-Scott)

τημελέω: ἐπιμέλομαι, φροντίζω, ἐπιβλέπω, μετ’ αἰτ., χώρει πρὸς Ἄργος παρθένους τε τημέλει Εὐρ. Ι. Α. 731· τ. τὴν κεφαλὴν Πλουτ. Ἀρτοξ. 18, πρβλ. 2. 148D, Σέξτ. Ἐμπ. π. Μ. 7. 249· μετὰ γεν., τημελοῦσι ποιμένων Σιμωνίδ. Ἰαμβογρ. 18· σώματός τ’ ἐτημέλει Εὐρ. Ι. Τ. 311, πρβλ. Πλάτ. Νόμ. 953Α.

French (Bailly abrégé)

-ῶ :
prendre soin de, s’occuper de, acc. ou gén..
Étymologie: DELG étym. incertaine, pê de τηλε-μέλομαι « prévoir de loin ».

Greek Monotonic

τημελέω: μέλ. τημελήσω, προστατεύω, φροντίζω, με αιτ., σε Ευρ.· με γεν., φροντίζω, επιμελούμαι, στον ίδ. (αμφίβ. προέλ.).