παρεκτρέχω: Difference between revisions
Δαίμων ἐμαυτῷ γέγονα γήμας πλουσίαν → Malus sum mihimet ipse Genius, ducta divite → Ich stürzt' mich selbst ins Unglück durch die reiche Frau
(nl) |
(3b) |
||
Line 27: | Line 27: | ||
{{elnl | {{elnl | ||
|elnltext=παρ-εκτρέχω voorbijrennen. | |elnltext=παρ-εκτρέχω voorbijrennen. | ||
}} | |||
{{elru | |||
|elrutext='''παρεκτρέχω:''' (aor. παρεξέδραμον) бежать мимо, пробегать Plut. | |||
}} | }} |
Revision as of 01:40, 1 January 2019
English (LSJ)
A run out past, in aor. part. -δραμόντες Plu.Flam.8. II metaph., παρεκδεδραμηκότα παρὰ τὰς εὐθείας forms derived from the nominative, A.D.Adv. 171.25; of the outcome of astrological influences, Vett. Val.185.2.
German (Pape)
[Seite 514] (τρέχω), daneben, darüber hinaus-, vorbeilaufen, τοὺς μαχομένους παρεκδραμόντες ἐκ πλαγίων ἔκτεινον, Plut. Flam. 8.
Greek (Liddell-Scott)
παρεκτρέχω: ἐκτρέχων παρέρχομαι, Πλουτ. Φλαμ. 8. ΙΙ. τρέχω ἔξω ἢ πλησίον τινός, τῆς ὁδοῦ Κλήμ. Ἁλ. 565.
French (Bailly abrégé)
s’élancer en courant au delà de.
Étymologie: παρά, ἐκτρέχω.
Greek Monolingual
Α εκτρέχω
1. περνώ τρέχοντας, τρέχω και προχωρώ κοντά ή πλάι σε κάτι
2. (για αστρολογικές επιδράσεις) απορρέω.
Greek Monotonic
παρεκτρέχω: μέλ. -δραμοῦμαι, παρέρχομαι, σε Πλούτ.
Dutch (Woordenboekgrieks.nl)
παρ-εκτρέχω voorbijrennen.
Russian (Dvoretsky)
παρεκτρέχω: (aor. παρεξέδραμον) бежать мимо, пробегать Plut.