Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παρέρχομαι

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: παρέρχομαι Medium diacritics: παρέρχομαι Low diacritics: παρέρχομαι Capitals: ΠΑΡΕΡΧΟΜΑΙ
Transliteration A: parérchomai Transliteration B: parerchomai Transliteration C: parerchomai Beta Code: pare/rxomai

English (LSJ)

(the other moods of the pres., and the impf. (παρήρχοντο is found in Alciphr.Fr.6.15), as also the fut., are borrowed from πάρειμι (εῖμι

   A ibo), cf. ἔρχομαι) : aor. παρῆλθον, inf. -ελθεῖν, more rarely -ήλῠθον Theoc.22.85 (for παρενθεῖν, v. παρέρπω 11) :—go by, beside, or past, pass by, of a ship, Od.16.357 ; ἧος μέγα κῦμα παρῆλθεν 5.429 ; of birds, 12.62 ; of persons, A.Supp.1004, etc.; [παρῆλθεν ὁ κίνδυνος] ὥσπερ νέφος passed away, D.18.188.    2 of Time, pass, Hdt. 2.86 ; παρεληλύθει τὰ Διονύσια Aeschin.3.69 ; ὁ παρελθὼν χρόνος time past, E.Fr.1028 (anap.) ; ὁ π. ἄροτος the past season, S. Tr.69 ; π. ὁδοί wanderings now gone by, Id.OC1397 ; οἱ παρεληλυθότες πόνοι Pl. Phdr.231b, X.An.4.3.2 ; τῆς παρελθούσης νυκτός Pl.Prt.310a ; ἐν τῷ παρελθόντι χρόνῳ in time past, of old, X.Cyr.8.8.20, etc. ; τὰ παρεληλυθότα past events, D.18.191 ; τὸ παρελθόν, opp. τὸ μέλλον, Arist. Ph.218a9 ; ὁ παρεληλυθώς (sc. χρόνος) Id.Po.1457a18, cf. Cat.5a8, S.E.P.3.106.    IIpass by, outstrip, esp. in speed, τινα Il.23.345; ποσὶν μή τίς με παρέλθῃ Od.8.230 ; π. ἐν δόλοισιν surpass in wiles, 13.291 ; οὔ με δόλῳ παρελεύσεαι Thgn. 1285 ; δυνάμει E.Ba.906(lyr.) ; ἀναιδείᾳ Ar.Eq.277 ; π. τῇ πρώτῃ στρατείᾳ to be superior, have the advantage, Aeschin.3.129 ; τοὺς λόγους τἄργα παρέρχεται D.10.3 ; τὸ ψυχρὸν τοῦτ' ὄνομα, τὸ ἄχρι κόρου, παρελήλυθε has outdone that hackneyed phrase, 'to satiety', Id.19.187.    2outwit, elude, 'give the go-by to', μὴ δὴ οὕτως. . κλέπτε νόῳ, ἐπεὶ οὐ παρελεύσεαι οὐδέ με πείσεις (unless in signf. v) Il.1.132 ; οὐκ ἔστι Διὸς κλέψαι νόον οὐδὲ παρελθεῖν Hes.Th.613 ; φυλακὰς… ἐούσας οὐδὲν χαλεπὰς παρελθεῖν Hdt.3.72 ; π. τὴν πεπρωμένην τύχην E.Alc.695 ; τὴν ἐν τῷ ὅλῳ ψυχήν Plot.6.7.11 ; τὰς αἰτίας καὶ τὰς διαβολάς D.18.7.    III pass on and come to a place, arrive at, ἐς τὰ δίκαια Hes.Op.216 ; εἰς τὴν δυναστείαν D.9.24 ; εἰς τὴν οὐσίαν Luc. Gall.12; ἐπὶ τὰ πράγματα Id.DMort.12.4.    2passin, ἐς τὴν αὐλήν Hdt.3.77, 5.92.γ ; ἔσω or εἴσω π. go into a house, etc., A.Ch.849, S.El.1337, etc.; ἔσω θυρῶνος Id.OT1241 ; εἴσω παρὰ τοὺς γηγενεῖς Ar.Nu.853 : c. acc., π. δόμους E.Med.1137, Hipp.108 ; of an army, π. εἰς τὴν πόλιν βίᾳ X.An.5.5.11; π. εἴσω Πυλῶν D.18.35.    3 metaph., εἰς παροιμίαν παρῆλθε τὸ πρᾶγμα passed into a proverb, Arist.Fr.593 ; εἰς τὴν τραγικὴν… ὀψὲ π. [ἡ ὑπόκρισις] Id.Rh.1403b23.    IVpass without heeding, τεὸν βωμόν Il. 8.239; disregard, slight θεούς E.Supp.231; νόμους D.37.37; pass over, omit, οὐδὲν π. Ar.V.637, cf. Pl.Phdr.278e, etc.    2 overstep, transgress, Antipho 5.12, Lys.6.52.    Vpass unnoticed, escape the notice of(v. supr. 11.2), mostly of things, πολλά με καὶ συνιέντα π. Thgn.419 ; οὐδέ μ' ὄμματος φρουρὰν παρῆλθε τόνδε μὴ λεύσσειν στόλον S.Tr.226 ; τουτὶ γὰρ αὖ μικροῦ παρῆλθέ μ' εἰπεῖν D.21.110 : abs., ὡς μὴ παρέλθωσ' αἱ κόραι S.OC902.    VIcome forward to speak, ἐς τὸν δῆμον π. Th.5.45; εἰς τὴν ἐκκλησίαν Aeschin.3.95 : freq. abs., ταῦτα ἔλεγε παρελθὼν ὁ Ἀριστείδης Hdt.8.81 ; ὀλίγων ἕνεκα καὐτὴ παρῆλθον ῥημάτων Ar.Th.443, cf.Av.1612 ; παρελθὼν ἔλεξε τοιάδε, π. εἶπε, Th. 2.59, X.Ap.10 ; ὁ βουλόμενος παρελθὼν ἐλεγξάτω Lys.25.14.    VII pf. παρελήλυθα, = πάρειμι, adsum, Th.4.86.

German (Pape)

[Seite 518] (s. ἔρχομαι), 1) an der Seite oder daneben vorbeikommen, Od. 12, 62. 16, 357; oft mit dem Nebenbegriffe »glücklich entkommen«, Il. 1, 132 (vgl. 2); mit dem acc. des Gegenstandes, an dem man vorbeikommt, 8, 239; Her. 3, 72; Plat. Alc. I, 123 b; – vorbeigehen, verfließen, κῦμα, Od. 5, 429, von der Zeit, vergehen, πρὶν ἂν τὸ καῦμα παρέλθῃ, Plat. Phaedr. 242 a; τὸν παρελθόντ' ἄροτον, Soph. Trach. 69; ἐν τῷ παρεληλυθότι χρόνῳ, in der vergangenen Zeit, Plat. Rep. VI, 499 c; τῆς παρελθούσης νυκτὸς ταυτησί, Prot. 310 a; u. übh. von Dingen, die der Vergangenheit angehören, ταῖς ὁδοῖς παρελθούσαις, Soph. O. C. 1397, vgl. Phil. 1358; ὅντινα τὸν παρεληλυθότα βίον βεβίωκεν, Plat. Lach. 188 a, das vergangene Leben; Sp. – 2) zuvorkommen, an Schnelligkeit übertreffen, οἴοισιν δείδοικα ποσὶν μή τίς με παρέλθῃ Φαιήκων, Od. 8, 230, daß mich Einer im Lauf übertreffe, vgl. Il. 23, 345 οὐκ ἔσθ' ὅς κέ σ' ἕλῃσι μετάλμενος, οὐδὲ παρέλθῃ; aber auch ἐν δόλοισιν, in Listen übertreffen, Od. 13, 291. Daher = täuschen, überlisten, Διὸς νόον, Hes. Th. 613; vgl. Schaef. Schol. Par. Ap. Rh. 2, 936; ἕτερος ἕτερον ὄλβῳ καὶ δυνάμει παρῆλθεν, übertraf an Macht, Eur. Bacch. 904; μὴ τὴν τεκοῦσαν τῇ φιλανδρίᾳ ζήτει παρελθεῖν, Androm. 229; ἢν ἀναιδείᾳ παρέλθῃς αὐτόν, Ar. Equ. 277; τὰ ἔργα τοὺς λόγους παρέρχεται, Dem. 10, 3. – 3) übergehen, aus der Acht lassen, unbemerkt lassen; ὡς δὲ πάντ' ἐπελήλυθεν κοὐδὲν παρῆλθεν, Ar. Vesp. 636; Plat. Phaedr. 278 e. Dader auch entgehen, πολλά με καὶ συνιέντα παρέρχεται, Theogn. 419; vgl. Soph. Trach. 226, οὐδέ μ' ὄμματος φρουρὰν παρῆλθε τόνδε μὴ λεύσσειν στόλον; u. τοῦτο γὰρ αὖ με μικροῦ παρῆλθεν εἰπεῖν, Dem. 21, 110, das vergaß ich beinahe zu sagen. – Aber auch = darüber hinausgehen, übertreten, νόμον, Lys. 6, 52; Dem. 37, 37; vgl. Eur. Suppl. 231. – 4) hinzu-, hinangehen, -kommen; Hes. O. 218; εἴσω, Aesch. Ch. 845 u. A.; εἴς τι, Her. 3, 77; Eur. Ion 1171, der es auch c. accus. verbindet, παρῆλθε νυμφικοὺς δόμους Med. 1137, Hipp. 108; εἰς τὰ βασίλεια, Plut. Anton. 74; εἴσω Πυλῶν, eindringen, Dem. 18, 35; bes. vor einer Versammlung oder sonst als Redner öffentlich auftreten, παρελθὼν ἔλεξε τοιάδε, Thuc. 2, 59. 3, 36 u. öfter; Ar. Eccl. 409; ἐὰν θᾶττον ἐς τὸν Ἀθηναίων δῆμον παρέλθῃς, Plat. Alc. I, 105 a u. oft bei den Rednern u. Sp., παρελθὼν εἰς τὸν δῆμ ον, Plut. Them. 4; παρελθεῖν εἰς τὸ κοινὸν βουλευτήριον, Pol. 2, 50, 10. – Auch εἰς τὴν δυναστείαν, Dem. 9, 24, zur Herrschaft gelangen, wie εἰς τὴν ἀρχήν, Plut. Anton. 5; ἐπὶ τὰ πράγματα, Luc. D. Mort. 12, 4; εἰς τὴν οὐσίαν, die Erbschaft antreten, Gall. 12.

Greek (Liddell-Scott)

παρέρχομαι: (αἱ λοιπαὶ ἐγκλίσεις τοῦ ἐνεστ., καὶ ὁ παρατατ. ὡς καὶ ὁ μέλλ. παραλαμβάνονται ἐκ τοῦ πάρειμι (εἶμι), ἴδε ἐν λ. ἔρχομαι): ἀόριστ. παρῆλθον: ἀπαρ. -ελθεῖν, σπανιώτερον -ήλῠθον Θεόκρ. 22. 85· ἀποθ. Διέρχομαι πλησίον ἢ πέραν, «περνῶ» πλησίον, διέρχομαι «περνῶ», ἐπὶ πλοίου, Ὀδ. ΙΙ. 357· ἕως μέγα κῦμα παρῆλθεν Ε. 429· ἐπὶ πτηνῶν, Μ. 62· ἐπὶ προσώπων, Αἰσχύλ. Ἱκέτ. 1004, κτλ.· παρῆλθεν ὁ κίνδυνος ὥσπερ νέφος, «ἐπέρασεν», Δημ. 291. 12. 2) ἐπὶ χρόνου, «περνῶ», φεύγω, Ἡρόδ. 2.86, Αἰσχίν. 163.25· ὁ παρελθὼν χρόνος Σοφ. Ἀποσπ. 309· ὁ π. ἄροτος, ἡ παρελθοῦσα ἐποχὴ τῆς ἀρόσεως, ὁ αὐτ. ἐν Τρ. 69· π. ὁδοί, αἱ παρελθοῦσαι περιπλανήσεις, ὡς τὸ Λατιν. acti labores, ὁ αὐτ. ἐν Ο. Κ. 1397· τοὺς παρεληλυθότας πόνους Πλάτ. Φαῖδρ. 231Β, πρβλ. Ξεν. Ἀν. 4. 3, 2· τῆς παρελθούσης νυκτὸς Πλάτ. Πρωτ. 310Α· ἐν τῷ παρελθόντι, κατὰ τὸ παρελθόν, Ξεν. Κύρ. 8. 8, 20, κτλ.

French (Bailly abrégé)

f. παρελεύσομαι, ao.2 παρῆλθον, pf. περελήλυθα;
I. 1 passer à côté ou devant;
2 passer outre, s’écouler ; en parl. du temps s’accomplir ; t. de gramm.παρεληλυθώς (χρόνος) le parfait;
3 dépasser, surpasser : τινα qqn ; τινα ποσίν OD dépasser qqn à la course ; fig. τινα ἐν δόλοισιν OD surpasser qqn en ruses ; τῇ δόξῃ PLUT en gloire;
4 transgresser, enfreindre : νόμον LYS la loi;
5 passer à côté de, omettre, ne pas tenir compte de, acc.;
6 passer auprès de qqn de façon qu’il ne s’en aperçoive pas : ἐπεὶ οὐ παρελεύσεαι IL puisque tu ne m’échapperas pas ; avec l’inf. il ne m’échappe pas de, etc.
II. arriver, s’approcher, entrer, avec εἰς et l’acc., ou avec l’acc. ; avec idée d’hostilité παρέρχεσθαι βίᾳ εἰς τὴν πόλιν XÉN entrer de force dans la ville ; particul. s’avancer devant une assemblée pour parler ; fig. entrer en possession de, parvenir à (au pouvoir, etc.) avec εἰς et l’acc..
Étymologie: παρά, ἔρχομαι.

English (Autenrieth)

fut. παρελεύσεαι, aor. παρῆλθε, inf. παρελθέμεν: come or go by, pass by, outstrip, Od. 8.230; fig., evade, overreach, Il. 1.132.

English (Strong)

from παρά and ἔρχομαι; to come near or aside, i.e. to approach (arrive), go by (or away), (figuratively) perish or neglect, (causative) avert: come (forth), go, pass (away, by, over), past, transgress.

English (Thayer)

future παρελεύσομαι; perfect παρεληλυθα; 2nd aorist παρῆλθον, 3rd person imperative παρελθάτω (L T Tr WH; see ἀπέρχομαι, at the beginning); from Homer down; the Sept. mostly for עָבַר;
1. (παρά past (cf. παρά, IV:1)) to go past, pass by;
a. properly, α. of persons moving forward: to pass by, absolutely, τινα, to go past one, Homer Iliad 8,239; Xenophon, an. 4,2, 12; Plato, Alc. 1, p. 123b.); διά τῆς ὁδοῦ ἐκείνης, β. of time: ὁ παρεληλυθώς χρόνος (A. V. the time past), Sophocles, Isocrates, Xenophon, Plato, Demosthenes, others); of an act continuing for a time (viz. the Fast), τά παρελθοντα and τά ἐπιόντα are distinguished in Aelian v. h. 14,6.)
b. metaphorically, α. to pass away, perish: ὡς ἄνθος, ὁ οὐρανός, ἡ γενεά αὕτη, οἱ λόγοι μου, τά ἀρχαῖα παρῆλθεν, Theod.; Demosthenes, p. 291,12; Theocritus, 27,8). Here belongs also β. to pass by (pass over), i. e. to neglect, omit (transgress): with an accusative of the thing, Διός νῷν, Hesiod theog. 613; νόμον, Lysias, p. 107,52; Demosthenes, p. 977,14). γ. to be led by, to be carried past, be averted: ἀπό τίνος, from one i. e. so as not to hit, not to appear to (παρελθάτω ἀπ' ἐμοῦ τό ποτήριον, παρελθεῖν, 42 (here G T Tr WH omit; L brackets ἀπ' ἐμοῦ); ἀπ' αὐτοῦὥρα, παρά to (cf. παρά, IV:1)) to come near, come forward, arrive: (and in Greek authors from Aeschylus and Herodotus down). (Synonym: see παραβαίνω, at the end. Compare: ἀντιπαρέρχομαι.)

Greek Monolingual

ΝΜΑ
1. (για χρόνο ή σε αναφορά με αυτόν) περνώ, φεύγω, κυλώ (α. «κι αν παρήλθον οι χρόνοι εκείνοι...» β. «έπεὰν δὲ παρέλθωσιν αἱ ἑβδομήκοντα ἡμέραι», Ηρόδ.)
2. (για γεγονότα ή καταστάσεις) περνώ και χάνομαι, εξουδετερώνομαι, δεν υπάρχω πια (α. «παρήλθε ο κίνδυνος» β. «παρελθέτω ἀπ' ἐμοῡ τὸ ποτήριον τοῦτο», ΚΔ)
3. διέρχομαι κοντά από κάποιον ή από κάτι και απομακρύνομαι, προσπερνώ («εἴσιδον αὐτοί νῆα παρερχομένην», Ομ. Οδ.)
4. μτφ. παραλείπω, παρασιωπώπαρέρχομαι τα πικρόχολα σχόλια του»)
5. (η μτχ. ουδ. αορ. ως ουσ.) το παρελθόν
βλ. παρελθόν
νεοελλ.
φρ. «έρχομαι και παρέρχομαι» — παρουσιάζομαι με κάποια συχνότητα χωρίς όμως να επιφέρω μόνιμες επιπτώσεις («οι δυσάρεστες καταστάσεις έρχονται και παρέρχονται στη ζωή ενός ανθρώπου»)
μσν.
εξαφανίζομαι, σβήνω («πῶς ὡς σκιὰ παρέρχεται ἡ δόξα τῶν ἀνθρώπων», Διήγ. Αχιλλ.)
αρχ.
1. περνώ μπροστά από κάτι χωρίς να δώσω προσοχή, αδιαφορώ για κάτι («οὐ... φημι τεόν... βωμὸν νηΐ πολυκλήιδι παρελθέμεν», Ομ. Ιλ.)
2. διαφεύγω, ξεφεύγω από κάτι («ζῆς παρελθὼν τὴν πεπρωμένην τύχην», Ευρ.)
3. περνώ απαρατήτητος, ξεφεύγω από την προσοχή κάποιου
4. προχωρώ και φθάνω κάπου
5. υπερβαίνω, ξεπερνώ κάποιον ως προς κάτι, όπως λ.χ. ως προς την ταχύτητα, τον δόλο, τον πλούτο ή την αναίδειαἕτερος ἕτερον ὄλβῳ καὶ δυνάμει παρῆλθεν», Ευρ.)
6. (σχετικά με τον νόμο) παραβαίνω, καταστρατηγώ
7. διαβαίνω την πόρτα και προχωρώ μέσα, εισέρχομαι
8. παρουσιάζομαι σε κάποιον για να του μιλήσω
9. πλησιάζω, έρχομαι
10. παραμελώ, περιφρονώ («παρελθὼν θεοὺς ἀπώλεσας πόλιν», Ευρ.)
11. μτφ. α) καταλήγω («ὁδὸς δ' ἑτέρηφι παρελθεῑν κρείσσων ἐς τὰ δίκαια», Ησίοδ.)
β) καταντώ, φθάνω σε ορισμένο σημείο («εἰς παροιμίαν παρῆλθε τὸ πρᾱγμα», Αριστοτ.)
12. (ο παρακμ.) παρελήλυθα
έχω έλθει, είμαι παρών
13. (η μτχ. αρσ. παρακμ. ως ουσ.) ὁ παρεληλυθώς
(ενν. χρόνος) το παρελθόν
14. (η μτχ. ουδ. παρακμ. ως ουσ.) τὰ παρεληλυθότα
τα περασμένα γεγονότα.

Greek Monotonic

παρέρχομαι: αόρ. βʹ -ῆλθον, απαρ. -ελθεῖν, σπανίως -ήλυθον· αποθ.·
I. 1. περνώ πλησίον ή πέρα, προσπερνώ, περνώ, σε Ομήρ. Οδ.· παρῆλθεν ὁ κίνδυνος ὥσπερ νέφος, έφυγε μακριά, σε Δημ.
2. λέγεται για το χρόνο, περνώ, σε Ηρόδ.· ὁ παρελθών ἄροτος, η περασμένη εποχή, σε Σοφ.· π. ὁδοί, οι περιπλανήσεις που πέρασαν (έγιναν ήδη), στον ίδ.· ἐν τῷ παρελθόντι, κατά το παρελθόν, παλιά, σε Ξεν.· τὰ παρεληλυθότα, περασμένα γεγονότα, σε Δημ.
II. 1. υπερβαίνω, υπερτερώ, σε Όμηρ., Θέογν., Αττ.· τοὺς λόγους τὰ ἔργα παρέρχεται, σε Δημ.
2. υπερτερώ στην εξυπνάδα, διαφεύγω, εξαπατώ, σε Ομήρ. Ιλ., Ηρόδ., Ευρ.
III. 1. φτάνω σε, παρέρχομαι εἰς..., σε Ησίοδ.
2. περνώ μέσα, ἐς τὴν αὐλήν, σε Ηρόδ.· παρέρχομαι ἔσω ή εἴσω, μπαίνω μέσα σε σπίτι κ.λπ., σε Τραγ.· με αιτ., παρέρχομαι δόμους, σε Ευρ.
IV. 1. περνώ χωρίς να δώσω προσοχή, τὸν βωμόν, σε Ομήρ. Ιλ.· προσπερνώ, παραβλέπω, περιφρονώ, υποτιμώ, θεούς, σε Ευρ.
2. παραβαίνω, παραβλέπω, τοὺς νόμους, σε Δημ.
V. περνώ απαρατήρητος, διαφεύγω από την προσοχή, τουτὶ παρῆλθέ με εἰπεῖν, στον ίδ.
VI. Αττ., έρχομαι μπροστά να μιλήσω, ανεβαίνω στο βήμα, παρέρχομαι εἰς τὸν δῆμον, σε Θουκ.· απόλ., παρελθὼν ἔλεξε τοιάδε, στον ίδ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

παρ-έρχομαι, behalve praes. indic. vormen gelijk aan die van 2. πάρειμι; Dor. aor. inf. παρενθεῖν, voorbijgaan met acc. voorbijgaan, langs... gaan:; φυλακὰς... παρελθειν langs de wachters gaan Hdt. 3.72.2; ook abs..; τῇ... οὐδὲ ποτητὰ παρέρχεται daarlangs vliegen ook vogels niet voorbij Od. 12.62; εἴσιδον... νῆα παρερχομένην zij zagen het schip voorbijvaren Od. 16.357; overdr. voorbijgaan, overtreffen:. ὅς σε παρέλθοι ἐν πάντεσσι δόλοισι die jou overtreft in alle mogelijke vormen van list Od. 13.291; οἴοισιν δείδοικα ποσὶν μή τίς με παρέλθῃ ik vrees dat alleen met hardlopen iemand sneller is dan ik Od. 8.230; ἢν δ ’ ἀναιδείᾳ παρέλθῃ σ ( ε ) maar als hij jou in onbeschaamdheid overtreft Aristoph. Eq. 277; τοὺς λόγους τὰ ἔργα παρέρχεται daden zijn belangrijker dan woorden Dem. 10.3. langs... gaan, te slim af zijn, ontkomen aan:. οὐκ ἔστι Διὸς κλέψαι νόον οὐδὲ παρελθεῖν het is niet mogelijk de oplettendheid van Zeus te bedriegen of te slim af te zijn Hes. Th. 613; π. τὴν πεπρωμένην τύχην ontkomen aan het voorbestemde lot Eur. Alc. 695; οὐδέ μ ’ ὄμματος φρουρὰν παρῆλθε (dit) ontging de waakzaamheid van mijn oog niet Soph. Tr. 226; τουτί... μικροῦ παρῆλθέ με εἰπεῖν het ontschoot mij bijna dat te vertellen Dem. 21.110. voorbijgaan (aan), negeren, veronachtzamen:; τεὸν... βωμόν παρελθέμεν uw altaar veronachtzamen Il. 8.239; οὐδὲν παρήλθεν hij heeft niets overgeslagen Aristoph. Ve. 637; overtreden:. τὸν νόμον π. de wet overtreden Lys. 6.52; βίᾳ π. θεούς met geweld tegen de wil van de goden ingaan Eur. Suppl. 231. met prep. bep. van richting aankomen, binnengaan:; ἐς τὴν αὐλὴν π. doordringen in de hof Hdt. 3.77.2; ἔσω θυρῶνος π. naar binnen gaan binnen het voorportaal Soph. OT 1241; π. εἰς τὴν πόλιν βίᾳ met geweld de stad binnendringen Xen. An. 5.5.11; abs..; παρελήλυθα ik ben hier (aangekomen) Thuc. 4.86.1; overdr. komen tot, bereiken:. παρελθεῖν... ἐς τὰ δίκαια gerechtigheid bereiken Hes. Op. 216; εἰς τὴν αὐτὴν δυναστείαν dezelfde alleenheerschappij bereiken Dem. 9.24; εἰς τὴν τραγικὴν... ὀψὲ παρῆλθεν (acteerkunst) is pas laat doorgedrongen tot de tragedie Aristot. Rh. 1403b23. spec. naar voren komen:; ἐς τὸν δῆμον π. in de volksvergadering naar voren komen Thuc. 5.45.4; abs.. ὁ βουλόμενος παρελθὼν ἐλεγξάτω laat wie wil naar voren komen en mij weerleggen Lys. 25.14. intrans. langsgaan, voorbijgaan, passeren:; τὸ ψήφισμα ἐποίησεν τὸν... κίνδυνον παρελθεῖν het besluit maakte dat het gevaar voorbijging Dem. 18.188; van tijd passeren:; ἐπεὰν δὲ παρέλθωσι αἱ ἑβδομήκοντα en wanneer de 70 dagen voorbij zijn Hdt. 3.86.6; ὁ παρελθὼν χρόνος de voorbije tijd Soph. Tr. 69; alg. in ptc. perf. παρεληλυθώς voorbij, afgelopen:; οἱ παρεληλυθότες πόνοι de vroegere inspanningen Plat. Phaedr. 231b; ὁ παρελελυθὼς χρόνος: de voorbije tijd Aristot. Poët. 1457a18; ptc. subst. τὰ παρεληλυθότα = τὰ παρελθόντα gedane zaken.

Russian (Dvoretsky)

παρέρχομαι: (fut. παρελεύσομαι, aor. 2 παρῆλθον - дор. παρήλῠθον, pf. παρελήλῠθα; inf. aor. παρελθεῖν - дор. παρενθεῖν)
1) проходить мимо, пролетать, проноситься (νηῦς παρερχομένη Hom.): ποτητὰ παρέρχεται Hom. проносятся птицы; παρελθόντες τὴν Μυσίαν κατέβησαν εἰς Τρῳάδα NT миновав Мисию, они прибыли в Троаду; πρὶν ἂν τὸ καῦμα παρέλθῃ Plat. пока не спадет жара; ὁ παρελθὼν χρόνος Soph. прошлое (время); ἐν τῷ παρελθόντι Xen. в прошлом, прежде; грам. ὁ παρεληλυθὼς χρόνος Arst. прошедшее время (перфект); τῆς παρελθούσης νυκτός Plat. прошлой ночью; οἱ παρεληλυθότες πόνοι Xen. минувшие бедствия; τὰ παρεληλυθότα Dem. прошлые события, былое; παρελθέτω ἀπ᾽ ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο NT да минует меня чаша сия;
2) проходить, кончаться (ἕως ἄν παρέλθῃ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ NT);
3) опережать, обгонять (ποσίν τινα Hom.);
4) превзойти (ἐν δόλοισιν Hom.; δυνάμει Eur.); (пре)одолеть, перехитрить (Διὸς νόον Hes.; τὴν πεπρωμένην τύχην Eur.): οὐ παρελεύσεαι Hom. ты (меня) не проведешь;
5) перен. обходить, проходить, не обращая внимания, пренебрегать (βωμὸν Διός Hom.; θεούς Eur.; π. τὸν ἑταῖρον Plat.);
6) обходить, нарушать (τὸν νόμον Lys.);
7) входить, вступать (εἴς τι Her.; εἴσω Aesch.; νυμφικοὺς δόμους Eur.): εἰς παροιμίαν παρελθεῖν Arph. войти в пословицу;
8) вторгаться, врываться (βίᾳ εἰς τὴν πόλιν Xen.);
9) (об ораторах) выходить на трибуну, выступать (εἰς τὸν δῆμον Plut.; παρελθὼν ἔλεξε τοιάδε Thuc.);
10) приходить, достигать (εἰς τὴν δυναστείαν Dem.): π. ἐπὶ τὰ πράγματα Luc. достигнуть государственной власти;
11) ускользать: τοῦτο μικροῦ παρῆλθέ με εἰπεῖν Dem. я чуть не упустил сказать об этом.

Middle Liddell

aor2 -ῆλθον inf. -ελθεῖν rarely -ήλῠθον
I. Dep.:— to go by, beside or past, to pass by, pass, Od.; παρῆλθεν ὁ κίνδυνος ὥσπερ νέφος passed away, Dem.
2. of Time, to pass, Hdt.; ὁ παρελθὼν ἄροτος the past season, Soph.; π. ὁδοί wanderings now gone by, Soph.; ἐν τῷ παρελθόντι in time past, of old, Xen.; τὰ παρεληλυθότα past events, Dem.
II. to pass by, outstrip, Hom., Theogn., attic; τοὺς λόγους τὰ ἔργα παρέρχεται Dem.
2. to outwit, escape, elude, Il., Hdt., Eur.
III. to arrive at, π. εἰς… Hes.
2. to pass in, ἐς τὴν αὐλήν Hdt.; π. ἔσω or εἴσω to go into a house, etc., Trag.; c. acc., π. δόμους Eur.
IV. to pass without heeding, τεὸν βωμόν Il.: to pass by, pass over, disregard, slight, θεούς Eur.
2. to overstep, transgress, τοὺς νόμους Dem.
V. to pass unnoticed, escape the notice of, τουτὶ παρῆλθέ με εἰπεῖν Dem.
VI. in attic to come forward to speak, π. εἰς τὸν δῆμον Thuc.; absol., παρελθὼν ἔλεξε τοιάδε Thuc.

Chinese

原文音譯:paršrcomai 爬而-誒而何買
詞類次數:動詞(31)
原文字根:在旁-來 相當於: (עָבַר‎)
字義溯源:走近,靠旁,近旁來,前來,來,離,離開,走過,過去,已過,已往,經過,廢去,不行,終結,越過,違背,滅亡,疏忽;由(παρά)*=旁,出於)與(ἔρχομαι)*=來)組成。參讀 (διαπορεύομαι)同義字比較: (ἔρχομαι)=來
出現次數:總共(30);太(9);可(5);路(9);徒(3);林後(1);雅(1);彼前(1);彼後(1)
譯字彙編
1) 過去(5) 太24:34; 太24:35; 可13:30; 可14:35; 路21:32;
2) 廢去(4) 太5:18; 可13:31; 路16:17; 路21:33;
3) 前來(2) 路12:37; 徒24:7;
4) 要廢去(2) 可13:31; 路21:33;
5) 過了(2) 太14:15; 徒27:9;
6) 經過(2) 太8:28; 路18:37;
7) 他必要過去(1) 雅1:10;
8) 已過(1) 林後5:17;
9) 已往(1) 彼前4:3;
10) 他們⋯越過(1) 徒16:8;
11) 必⋯廢去(1) 彼後3:10;
12) 來(1) 路17:7;
13) 違背過(1) 路15:29;
14) 越過(1) 可6:48;
15) 離開(1) 太26:42;
16) 廢去了(1) 太5:18;
17) 不行(1) 路11:42;
18) 要過去(1) 太24:35;
19) 離(1) 太26:39