γαργαίρω: Difference between revisions

From LSJ

ἐν γενείου ξυλλογῇ τριχώματος → in the first harvest of a beard, in early manhood

Source
m (Text replacement - "(?s)({{LSJ.*}}\n)({{.*}}\n)({{DGE.*}}\n)" to "$1$3$2")
m (Text replacement - "(?s)({{ls\n\|lstext.*}}\n)({{bailly.*}}\n)" to "$2$1")
Line 15: Line 15:
{{pape
{{pape
|ptext=[[https://www.translatum.gr/images/pape/pape-01-0475.png Seite 475]] voll sein, wimmeln, τινός Cratin. Ar. u. Sophr. bei Schol. Ar. Ach. 3.
|ptext=[[https://www.translatum.gr/images/pape/pape-01-0475.png Seite 475]] voll sein, wimmeln, τινός Cratin. Ar. u. Sophr. bei Schol. Ar. Ach. 3.
}}
{{bailly
|btext=regorger <i>litt.</i> fourmiller, grouiller de, gén..<br />'''Étymologie:''' [[γάργαρα]].
}}
}}
{{ls
{{ls
|lstext='''γαργαίρω''': μέλλ. ᾰρῶ, ([[γάργαρα]]) [[βρύω]], [[γέμω]], εἶμαι [[πλήρης]], ἀνδρῶν Κρατῖν. Ἀδήλ. 141, Ἀριστοφ. Ἀποσπ. 327 (ἀλλ’ ἴδε Bgk. ἐν Meineke Κωμ. 2. 1099)· ἀργυρωμάτων ἐγάργαιρεν ἁ [[οἰκία]] Σώφρων 59 Ahr. ([[ἔνθα]] ὁ Ἀθήν. ἔχει ἐμάρμαιρεν), ἀλλὰ πρβλ. τὰ μνημονευθέντα χωρία παρὰ Σχολ. Ἀριστοφ. Ἀχ. 3.
|lstext='''γαργαίρω''': μέλλ. ᾰρῶ, ([[γάργαρα]]) [[βρύω]], [[γέμω]], εἶμαι [[πλήρης]], ἀνδρῶν Κρατῖν. Ἀδήλ. 141, Ἀριστοφ. Ἀποσπ. 327 (ἀλλ’ ἴδε Bgk. ἐν Meineke Κωμ. 2. 1099)· ἀργυρωμάτων ἐγάργαιρεν ἁ [[οἰκία]] Σώφρων 59 Ahr. ([[ἔνθα]] ὁ Ἀθήν. ἔχει ἐμάρμαιρεν), ἀλλὰ πρβλ. τὰ μνημονευθέντα χωρία παρὰ Σχολ. Ἀριστοφ. Ἀχ. 3.
}}
{{bailly
|btext=regorger <i>litt.</i> fourmiller, grouiller de, gén..<br />'''Étymologie:''' [[γάργαρα]].
}}
}}
{{grml
{{grml
|mltxt=[[γαργαίρω]] (Α) [[γάργαρα]]<br />[[είμαι]] [[γεμάτος]] ή πλημμυρισμένος από [[κάτι]].
|mltxt=[[γαργαίρω]] (Α) [[γάργαρα]]<br />[[είμαι]] [[γεμάτος]] ή πλημμυρισμένος από [[κάτι]].
}}
}}

Revision as of 19:35, 1 October 2022

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: γαργαίρω Medium diacritics: γαργαίρω Low diacritics: γαργαίρω Capitals: ΓΑΡΓΑΙΡΩ
Transliteration A: gargaírō Transliteration B: gargairō Transliteration C: gargairo Beta Code: gargai/rw

English (LSJ)

(γάργαρα) swarm with, ἀνδρῶν ἀρίστων πᾶσα γ. πόλις Cratin.290, cf. Ar.Fr.359; ἀργυρωμάτων ἐγάργαιρεν ἁ οἰκία Sophr.30 (ἐμάρμαιρεν codd. Ath.): c. dat., πόντος ἐγάργαιρε σώμασιν Tim.Pers. 107.

Spanish (DGE)

1 rebosar de c. gen. ἀνδρῶν ἀρίστων πᾶσα γαργαίρει πόλις Cratin.321, cf. Ar.Fr.375, τῶν ἀργυρωμάτων ἐγάργαιρεν ἁ οἰκία Sophr.38
c. dat. πόντος ... ἐγάργαιρε σώμασιν Tim.15.96, cf. Hdn.Gr.2.485.
2 brillar Hsch., prob. error basado en Sophr.l.c.
• Etimología: v. γάργαρα.

German (Pape)

[Seite 475] voll sein, wimmeln, τινός Cratin. Ar. u. Sophr. bei Schol. Ar. Ach. 3.

French (Bailly abrégé)

regorger litt. fourmiller, grouiller de, gén..
Étymologie: γάργαρα.

Greek (Liddell-Scott)

γαργαίρω: μέλλ. ᾰρῶ, (γάργαρα) βρύω, γέμω, εἶμαι πλήρης, ἀνδρῶν Κρατῖν. Ἀδήλ. 141, Ἀριστοφ. Ἀποσπ. 327 (ἀλλ’ ἴδε Bgk. ἐν Meineke Κωμ. 2. 1099)· ἀργυρωμάτων ἐγάργαιρεν ἁ οἰκία Σώφρων 59 Ahr. (ἔνθα ὁ Ἀθήν. ἔχει ἐμάρμαιρεν), ἀλλὰ πρβλ. τὰ μνημονευθέντα χωρία παρὰ Σχολ. Ἀριστοφ. Ἀχ. 3.

Greek Monolingual

γαργαίρω (Α) γάργαρα
είμαι γεμάτος ή πλημμυρισμένος από κάτι.