Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γέμω

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: γέμω Medium diacritics: γέμω Low diacritics: γέμω Capitals: ΓΕΜΩ
Transliteration A: gémō Transliteration B: gemō Transliteration C: gemo Beta Code: ge/mw

English (LSJ)

used only in pres. and impf.,

   A to be full, prop. of a ship, Hdt. 8.118, X.HG5.1.21: generally, πάντα γ. Jul.Mis.368c.    b = κύειν, Hsch.    2 c. gen. rei, to be full of, πλοῖα γέμοντα χρημάτων Th.7.25; λιμὴν ἔγεμεν πλοίων Pl.Criti.117e; κώμας πολλῶν καὶ ἀγαθῶν γεμούσας X.An.4.6.27; of animals, to be laden. ὄνοι γέμοντες οἴνου καὶ βρωμάτων Posidon.5: metaph., κόμπος τῆς ἀληθείας γ. A.Ag.613, cf. S.OT4; γέμω κακῶν δή E.HF1245; γ. θρασύτητος Pl.Lg.649d; ἀσυμμετρίας καὶ αἰσχρότητος γέμουσα ψυχή Id.Grg.525a; πικρίας Phld. Ir.p.56 W.: c. dat., to be filled with, ἰτρίοισι, πέμμασι, Archipp.9, Antiph.174.2; γῆν πυρὸς γέμουσαν ῥεύμασιν Carc.5; γ. ἐξ ἁρπαγῆς Ev.Matt.23.25.

German (Pape)

[Seite 480] nur praes. u. impf., voll sein, angefüllt sein, τινός, womit, eigtl. u. übertr., κόμπος τῆς ἀληθείας γέμων Aesch. Ag. 613; πόλις θυμιαμάτων γέμει καὶ στεναγμάτων Soph. O. R. 4; sp. D., Anacr. 16, 24 χεῖλος γέμον πειθοῦς. Prosa, λιμὴν πλοίων Plat. Critia 117 e; bes. übertr., ἐλπίδων, Phil. 39 e; λήθης Theaet. 144 b; φόβου Rep. IX, 579 e; ἀδικημάτων Gorg. 522 e; seltener von guten Dingen, σωφροσύνης Conv. 216 d. Auch Folgde, z. B. Pol. σίτου γέμουσα πόλις, χώρα, Ueberfluß daran habend, 2, 34, 10. 5, 3, 5; νοσημάτων Plut. Lyc. 5. Vgl. B. A. 86. – C. dat. Dionys. com. bei Ath. IX, 405 dv. 41 u. Antiphan. ib. XIV, 642 a; vgl. D. Sic. 5, 5.

Greek (Liddell-Scott)

γέμω: ἐν χρήσει κατ’ ἐνεστ. καὶ παρατ., εἶμαι γεμᾶτος, πλήρης, κυρίως ἐπὶ πλοίου, Ἡρόδ. 8. 118, Ξεν. Ἑλλ. 5. 1. 21. 2) μ. γεν. πράγμ., εἶμαι πλήρης πράγματός τινος, πλοῖα γέμοντα χρημάτων Θουκ. 7. 25· λιμὴν ἔγεμε πλοίων Πλάτ. Κριτ. 117Ε, πρβλ. Ξεν. Ἀν. 4. 6, 27, κ. ἀλλ.· μεταφ., κόμπος τῆς ἀληθείας γ. Αἰσχύλ. Ἀ. 613, πρβλ. Σοφ. Ο. Τ. 4, Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 1245· ὡσαύτως μ. δοτ., εἶμαι πεπληρωμένος μέ τι, ἰτρίοισι, πέμμασι Ἄρχιππ. Ἡρ. γαμ. 4, Ἀντιφ. Ὁμ. 1. (Πρβλ. Λατ. gemo· παρομοία σχέσις ἐννοιῶν ἀπαντᾷ ἐν τοῖς στένομαι, στένω).

French (Bailly abrégé)

seul. prés. et impf. ἔγεμον;
être plein ; particul. être chargé ou lesté en parl. d’un navire : γ. φορτίων XÉN être chargé de marchandises ; en gén. être rempli de, gén. ; fig. βοής τε καὶ δυσοσμίας γέμων SOPH rassasié (jusqu’au dégoût) de cris et d’infection ; κόμπος τῆς ἀληθείας γέμων ESCHL flatterie pleine de vérité.
Étymologie: R. Γεμ, être chargé ; cf. lat. gemo ; pour la relation des sens, cf. στένω et στενός.

Spanish (DGE)

1 c. suj. y compl. de concr. estar lleno, estar cargado de c. gen. o dat. πλοῖα γέμοντα ... χρημάτων naves cargadas de provisiones Th.7.25, cf. X.Oec.8.12, ὁ μέγιστος λιμὴν ... πλοίων καὶ ἐμπόρων Pl.Criti.117e, λήκυθοι μύρου Ar.Pl.810, κέραμιον οἴνου Isig.8, κῶμαι πολλῶν καὶ ἀγαθῶν X.An.4.6.27, γέμοντος δὲ τοῦ στρατοπέδου πάντων τῶν ἐπιτηδείων Plb.4.65.2, ὄνοι ... οἴνου καὶ βρωμάτων Posidon.54, τράπεζα ... πέμμασι Antiph.172.6, cf. Archipp.11, γῆν ... πυρὸς γέμουσαν ῥεύμασιν tierra llena de corrientes de fuego, e.e. de lava Carcinus 5, c. dat. y prep. τὸ ἀκροατήριον ... ἐπὶ τοῖς λεγομένοις Origenes Hom.20.6 in Ier.
metáf. ὁλκάδ' ... γέμουσαν ὕμνων B.16.4, πόλις ... ὁμοῦ ... θυμιαμάτων γέμει, ὁμοῦ δὲ παιάνων S.OT 4, ἡ μὲν πόλις ἔγεμε φωτός D.S.13.84
abs. estar cargado frec. náut. ναῦς Hdt.8.118, πλοῖα X.HG 5.1.21, Arist.Pr.931b9, γέμοντι τῷ ἱστίῳ (navegar) con las velas desplegadas, e.e. hinchadas por el viento Poll.1.107, de otras cosas πάντα γέμει de un teatro, Iul.Mis.368c, τὸ θηκίον IG 12(3).1238.6 (Melos IV d.C.).
2 fig., c. suj. de pers. o abstr. y compl. de abstr. estar lleno de, abundar c. gen. κόμπος, τῆς ἀληθείας γέμων A.A.613, βοῆς τε καὶ δυσοσμίας γέμων S.Ph.876, γέμω κακῶν E.HF 1245, ἀσυμμετρίας τε καὶ αἰσχρότητος Pl.Grg.525a, cf. R.573a, θρασύτητος Pl.Lg.649d, ταραχῆς Epicur.Sent.[5] 17, Diog.Oen.103.7, cf. Eun.VS 497, τὰ ... εἰρημένα ... ληρείας Phld.Mus.4.24.8, φύσις ... πικρίας Phld.Ir.p.56, θυμοῦ γέμων un orador, Poll.4.21, ἐπιθυμιῶν Plot.1.6.5, ἡ δέησις ἐλέους Chrys.M.58.666, c. gen. c. prep. γέμουσιν ἐξ ἁρπαγῆς están llenos de codicia los fariseos Eu.Matt.23.25
c. ac. de rel. y gen. κραιπάλης δὲ καὶ λήθης τὰς ψυχὰς γέμοντες D.Chr.6.11
sólo c. ac. θηρίον ... γέμοντα ὀνόματα βλασφημίας fiera llena de los nombres de la blasfemia, Apoc.17.3, τὴν ὁδὸν ... γέμουσαν ... κινδύνους Nil.M.79.545B.
3 estar encinta c. gen. γέμουσαν κύματος θεοσπόρου por obra de Posidón, E.Fr.106.
4 γέμοις νυ· λαβέ. Κύπριοι. καὶ κάθιζε Hsch.γ 362.

• Etimología: Rel. gr. γέντο y seguramente c. umbro kumiaf ac. plu. fem. ‘grauidās’ a partir de una r. *gem- que tb. estaría en γαμέω.

English (Strong)

a primary verb; to swell out, i.e. be full: be full.

English (Thayer)

defect. verb, used only in present and imperfect (in N. T. only in present indicative and participle); to be full, filled full;
a. τίνος (as generally in Greek writings): R G (see below), ἐκ τίνος: γέμουσιν ἐξ ἁρπαγῆς (L omits; Tr brackets ἐξ) their contents are derived from plunder; see γεμίζω, b. (and references there)).
c. Hebraistically (see πληρόω, 1 (cf. Buttmann, 164 (143); Winer's Grammar, § 30,8b.)), with accusative of the material. γέμοντα (Treg. γέμον τά) ὀνόματα βλασφημίας, L T Tr WH (see above and cf. Buttmann, 80 (70))).

Greek Monolingual

(AM γέμω)
είμαι γεμάτος από κάτι ή φορτωμένος με κάτι (α. «γέμουν τα δώματα λαό», Ερωτόκρ.
β. «γεμούσης τῆς νεώς», Ξεν.
γ. «πλοῑα γέμοντα χρημάτων», Θουκ.
δ. «γέμω ἐξ ἁρπαγῆς», ΚΔ
ε. «γέμουσι μέθης καὶ φόνου», Α. Κάλβος)
μσν.- νεοελλ.
γεμίζω κάτι («η ανδρεία σου γέμει κόσμον»)
αρχ.
φρ. «γέμοντι ἱστίῳ πλεῑν» — με γεμάτα, φουσκωμένα πανιά
νεοελλ.
(η μτχ. ως ουσ.) ο γέμων
το έμβλημα που ξεχωρίζει με το χρώμα ή το διαφορετικό μέταλλο μέσα σε θυρεό.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. συνδέεται με τον ομ. τ. γέντο «έλαβεν» < ρίζα gem-, απ' όπου με μια ιδιάζουσα σημασιολογική εξέλιξη «παίρνω, κατέχω, πληρώ, γεμίζω» προήλθε η σημασία της οικογένειας του γέμω. Η λ. συνδέθηκε επίσης με το ουμβρ. kumiaf, ενώ αμφίβολος θεωρείται από μερικούς ο συσχετισμός με το λατ. gemo «στενάζω».
ΠΑΡ. γεμίζω
αρχ.
γέμος, γόμος
νεοελλ.
γεμάτος.
ΣΥΝΘ. υπεργέμω
αρχ.
απογέμω, καταγέμω, υπεργέμω].

Greek Monotonic

γέμω: μόνο στον ενεστ. και παρατ., είμαι γεμάτος,
1. λέγεται για πλοίο, σε Ηρόδ., Ξεν.
2. με γεν. πράγμ., είμαι γεμάτος από ένα πράγμα, σε Θουκ. κ.λπ.· μεταφ., σε Τραγ.

Russian (Dvoretsky)

γέμω:
1) быть нагруженным (πλοῖα γέμοντα Xen.; χρημάτων Thuc.): γεμούσης τῆς νεός Her. так как корабль был (чрезмерно) нагружен;
2) быть полным, переполненным, изобиловать (κῶμαι πολλῶν καὶ ἀγαθῶν γέμουσαι Xen.; λιμὴν ἔγεμε πλοίων Plat.; σίτου γέμουσα πόλις Polyb.): γ. παντοδαπῶν νοσημάτων Plut. страдать всяческими болезнями;
3) быть преисполненным (τῆς ἀληθείας Aesch.; θυμιαμάτων καὶ στεναγμάτων Soph.; ἐλπίδων Plat.; μεταμελείας Arst.).

Frisk Etymological English

Grammatical information: v.
Meaning: be full (of) (Ion.-Att.).
Other forms: only present
Derivatives: γόμος freight, cargo (Ion.-Att.) with factitive γομόω load (Babr.); poet. γέμος n. load (A.). - Deverb. with causative meaning (Schwyzer 717) γεμίζω, fill, load (A.).
Origin: IE [Indo-European]X [probably] [368] *gem- take, seize
Etymology: Probably to Umbr. kumiaf acc. pl. f. gravidās, from which as LW [loanword] Lat. gumia m. f. glutton. Connection with Lat. gemō is difficult (s. Ernout-Meillet; be full < sigh'?). Cf. Szemerényi, ZDMG 101 (1951) 219. Further one connects γέντο, which is semantically not evident..

Middle Liddell

only in pres. and imperf.]
1. to be full, of a ship, Hdt., Xen.
2. c. gen. rei, to be full of a thing, Thuc., etc.; metaph., Trag.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

γέμω alleen in praes. en imperf., vol of beladen zijn (met); met gen.:; κώμας πολλῶν καὶ ἀγαθῶν γεμούσας dorpen vol met vele goede zaken Xen. An. 4.6.27; abs.:; γεμούσης τῆς νεός omdat het schip zwaar beladen was Hdt. 8.118.2; overdr.:; ἀληθείας γέμων vol waarheid Aeschl. Ag. 613; θρασύτητος γέμων vol moed Plat. Lg. 649d; met acc. : θηρίον... γέμοντα ὀνόματα βλασφημίας een beest vol godslasterlijke namen NT Apoc. 17.3.

Frisk Etymology German

γέμω: {gémō}
Forms: nur Präsensstamm
Grammar: v.
Meaning: voll, angefüllt, belastet sein (ion. att.).
Derivative: Davon γόμος Schiffsladung, Fracht, Last (ion. att.) mit dem faktitiven γομόω beladen (Babr., Pap. u. a.), woraus γόμωσις (Pap.); poet. γέμος n. Last (A. Ag. 1221). — Deverbativ mit kausativer Bedeutung (vgl. Schwyzer 717) γεμίζω, Aor. γεμίσαι anfüllen, befrachten (A., Th., D. usw.) mit γέμισμα H. (als Erklärung von γέμος); daneben γεμόω ib. (Pap.).
Etymology : Einen sicheren Verwandten haben γέμω, γόμος in umbr. kumiaf Akk. pl. f. gravidās (= gr. *γομίας von *γόμιος), woraus als LW lat. gumia m. f. Schlemmer, Fresser. Dadurch wird die Zusammenstellung mit dem lautlich identischen lat. gemō (seit W. Meyer KZ 28, 174) sehr wahrscheinlich (dagegen Walde1 und Ernout-Meillet). Eine Bedeutungsübertragung auf das seelische Gebiet ‘(vor Kummer) belastet sein’ > ‘(vor Kummer) seufzen, stöhnen’ hat nichts Auffallendes. — Weitere Kombinationen s. γέντο.
Page 1,296

Chinese

原文音譯:gšmw 給摩
詞類次數:動詞(11)
原文字根:(成為)滿 相當於: (מָלֵא‎ / מָלָה‎) (מָלֵא‎) (נָשָׂא‎)
字義溯源:使增大*,積聚,滿,盛滿,裝滿,充滿,遍滿。在十一次使用中,啓示錄用了七次,就如:四活物遍體都‘滿了’眼睛( 啓4:6)。金爐‘盛滿了’香( 啓5:8)。獸‘遍體’有褻瀆的名號( 啓17:3)
同源字:1) (γεμίζω)完全裝滿 2) (γέμω)使增大,盛滿
出現次數:總共(11);太(2);路(1);羅(1);啓(7)
譯字彙編
1) 盛滿(4) 啓5:8; 啓15:7; 啓17:4; 啓21:9;
2) 滿了(2) 太23:25; 路11:39;
3) 都滿了(2) 啓4:6; 啓4:8;
4) 遍滿(1) 啓17:3;
5) 充滿(1) 羅3:14;
6) 裝滿了(1) 太23:27