μαγαδίζω: Difference between revisions

From LSJ

γέλως ἄκαιρος κλαυμάτων παραίτιος → ill-timed laughter causes tears (Menander)

Source
mNo edit summary
m (Text replacement - "(?s)(\n{{ls\n\|lstext.*}})(\n{{.*}})(\n{{elru.*}})" to "$3$1$2")
Line 9: Line 9:
|Beta Code=magadi/zw
|Beta Code=magadi/zw
|Definition=<span class="sense"><span class="bld">A</span> [[play]] the [[μάγαδις]], <span class="bibl">Theophil.7</span>. </span><span class="sense"><span class="bld">II</span> of a choir, [[sing]] a [[succession]] of notes in [[octave]]s, μ. ἐν τῇ διὰ πασῶν συμφωνίᾳ <span class="bibl">Arist.<span class="title">Pr.</span> 921a12</span>, cf. <span class="bibl">918b40</span>.</span>
|Definition=<span class="sense"><span class="bld">A</span> [[play]] the [[μάγαδις]], <span class="bibl">Theophil.7</span>. </span><span class="sense"><span class="bld">II</span> of a choir, [[sing]] a [[succession]] of notes in [[octave]]s, μ. ἐν τῇ διὰ πασῶν συμφωνίᾳ <span class="bibl">Arist.<span class="title">Pr.</span> 921a12</span>, cf. <span class="bibl">918b40</span>.</span>
}}
{{elru
|elrutext='''μᾰγᾰδίζω:''' муз. играть в интервале октавы Arst.
}}
}}
{{ls
{{ls
Line 15: Line 18:
{{grml
{{grml
|mltxt=[[μαγαδίζω]] (Α) [[μάγαδις]]<br /><b>1.</b> [[παίζω]] το μουσικό όργανο [[μάγαδις]]<br /><b>2.</b> [[παίζω]], [[συνοδεύω]] κάποιον, [[συμψάλλω]] στον [[διαπασών]] τόνο, [[επειδή]] οι χορδές της μαγάδιδος ήταν χορδισμένες [[μεταξύ]] τους [[κατά]] [[οκτώ]] τόνους ή [[κατά]] μία [[οκτάβα]] («μαγαδίζειν ἐν τῇ [[διαπασῶν]] συμφωνίᾳ», <b>Αριστοτ.</b>).
|mltxt=[[μαγαδίζω]] (Α) [[μάγαδις]]<br /><b>1.</b> [[παίζω]] το μουσικό όργανο [[μάγαδις]]<br /><b>2.</b> [[παίζω]], [[συνοδεύω]] κάποιον, [[συμψάλλω]] στον [[διαπασών]] τόνο, [[επειδή]] οι χορδές της μαγάδιδος ήταν χορδισμένες [[μεταξύ]] τους [[κατά]] [[οκτώ]] τόνους ή [[κατά]] μία [[οκτάβα]] («μαγαδίζειν ἐν τῇ [[διαπασῶν]] συμφωνίᾳ», <b>Αριστοτ.</b>).
}}
{{elru
|elrutext='''μᾰγᾰδίζω:''' муз. играть в интервале октавы Arst.
}}
}}

Revision as of 14:20, 3 October 2022

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: μᾰγᾰδίζω Medium diacritics: μαγαδίζω Low diacritics: μαγαδίζω Capitals: ΜΑΓΑΔΙΖΩ
Transliteration A: magadízō Transliteration B: magadizō Transliteration C: magadizo Beta Code: magadi/zw

English (LSJ)

A play the μάγαδις, Theophil.7. II of a choir, sing a succession of notes in octaves, μ. ἐν τῇ διὰ πασῶν συμφωνίᾳ Arist.Pr. 921a12, cf. 918b40.

Russian (Dvoretsky)

μᾰγᾰδίζω: муз. играть в интервале октавы Arst.

Greek (Liddell-Scott)

μαγᾰδίζω: τῇ μαγάδει διαψάλλω (ἴδε μάγαδις), Θεόφιλ. ἐν «Νεοπτολέμῳ» 2· ἴδε μάγαδις.

Greek Monolingual

μαγαδίζω (Α) μάγαδις
1. παίζω το μουσικό όργανο μάγαδις
2. παίζω, συνοδεύω κάποιον, συμψάλλω στον διαπασών τόνο, επειδή οι χορδές της μαγάδιδος ήταν χορδισμένες μεταξύ τους κατά οκτώ τόνους ή κατά μία οκτάβα («μαγαδίζειν ἐν τῇ διαπασῶν συμφωνίᾳ», Αριστοτ.).