Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συνοδεύω

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: συνοδεύω Medium diacritics: συνοδεύω Low diacritics: συνοδεύω Capitals: ΣΥΝΟΔΕΥΩ
Transliteration A: synodeúō Transliteration B: synodeuō Transliteration C: synodeyo Beta Code: sunodeu/w

English (LSJ)

   A travel in company, Plu.Pomp.40, Charito 2.3, etc.; τινι with one, Act.Ap.9.7, Plu.2.609d, Ach.Tat.7.3.    II Astron., to be in conjunction, σ. τῷ ἡλίῳ Placit.2.29.6, Cleom.1.3, cf. Vett.Val.297.28, etc.    III metaph., have fellowship with, LXX Wi.6.23(25); accompany, "ὦ σ. τῇ κλητικῇ Trypho ap.A.D.Synt.48.19, cf. 89.21; συνοδεῦσαι δεῖ πρὸς ταῦτα αἴσθησίν τε καὶ νοῦν Marcellin.Puls.11.    2 as Pass. or Med., go with, τοῖς λαχάνοις -ευέσθω φύλλα μήκωνος Herod.Med. ap. Orib.Syn.6.32 (v.l.).

Greek (Liddell-Scott)

συνοδεύω: ὁδεύω ὁμοῦ, συνοδοιπορῶ, συμπορεύομαι, Πλουτ. Πομπ. 40, κτλ.· τινί, μετά τινος, ὁ αὐτ. 2. 609D, κτλ.· ἐπὶ ἀστέρος, σ. τῷ ἡλίῳ αὐτόθι 891F, Κλεομήδ., κλπ.· μεταφορ., διαμένω μετά τινος, «συντροφεύω» τινά, συναναστρέφομαι μετά τινος, τινὶ Ἀπολλ. π. Συντάξ. 54, κτλ.

French (Bailly abrégé)

1 faire route avec, τινι;
2 être en conjonction en parl. du soleil, de la lune et de la terre.
Étymologie: σύνοδος.

English (Strong)

from σύν and ὁδεύω; to travel in company with: journey with.

English (Thayer)

to journey with, travel in company with: with a dative of the person, Herodian, 4,7, 11 (6 edition, Bekker), Lucian, Plutarch, others; Wisdom of Solomon 6:25.)

Greek Monolingual

ΝΜΑ ὁδεύω
1. βαδίζω μαζί με κάποιον, διανύω απόσταση μαζί με κάποιον, συμπορεύομαι (α. «μαζί να συνοδέψου», Ερωτόκρ.
β. «οἱ δὲ ἄνδρες οἱ συνοδεύοντες αὐτῷ εἱστήκεσαν ἐνεοί», ΚΔ
γ. «οἱ δὲ φίλοι συνώδευον ἵπποις χρώμενοι», Πλούτ.)
2. (το παθ.) συνοδεύομαι
εμφανίζομαι μαζί με κάτι άλλο (α. «ο πυρετός συνοδεύεται από ρίγη» β. «τοῑς λαχάνοις συνοδευέσθω φύλλα μήκωνος», Ορειβ.)
νεοελλ.
1. κατευοδώνω κάποιον τιμητικά («τον επίσημο καλεσμένο συνόδευσαν οι αρχές του νησιού»)
2. εξασφαλίζω την προστασία της ζωής κάποιου βαδίζοντας μαζί του («τον Πρόεδρο συνοδεύουν άνδρες της αστυνομίας με πολιτικά»)
3. μεταφέρω ως κρατούμενο («τον υπόδικο συνόδευαν τρεις αστυνομικοί»)
4. είμαι συνοδός φιλοξενούμενης ή καλεσμένης μου («ποιος τήν συνόδευε;»)
5. ακολουθώ με τη φωνή μου ή με μουσικό όργανο την κύρια μελωδία, ακομπανιάρω
6. (σχετικά με φαγητό) συμπληρώνω το κύριο γεύμα με άλλα εδέσματα («θα συνοδέψω το ψάρι με λαχανικά και πατάτες»)
7. επακολουθώ, έρχομαι ως αποτέλεσμα («τον πόλεμο συνοδεύουν μύρια δεινά»)
μσν.-αρχ.
(για ουράνια σώματα) βρίσκομαι σε σύνοδο («συνοδεύουσαν Ἡλίῳ Σελήνην»).

Greek Monotonic

συνοδεύω: μέλ. -σω, ταξιδεύω με συνοδεία ή συντροφιά, συμπορεύομαι, συμβαδίζω, συνοιδοπορώ, σε Πλούτ.

Russian (Dvoretsky)

συνοδεύω: вместе совершать путь, сопутствовать (τινί Plut.): οἱ συνοδεύοντος αὐτῷ NT его спутники.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

συνοδεύω [σύνοδος] samen de weg afleggen.

Middle Liddell

fut. σω
to travel in company, Plut.

Chinese

原文音譯:sunodeÚw 尋-哦丟哦
詞類次數:動詞(1)
原文字根:同-路
字義溯源:同行,同遊,一同旅行;由 (σύν / συνεπίσκοπος)*=同)與(ὁδεύω)=行路)組成,而 (ὁδεύω)出自(ὁδός / ὁδοποιέω)*=道路)
出現次數:總共(1);徒(1)
譯字彙編
1) 同行(1) 徒9:7