θυηπολέω: Difference between revisions
Θεῶν ὄνειδος τοὺς κακοὺς εὐδαιμονεῖν → Crimen deorum est improbi felicitas → Ein Vorwurf an die Götter ist der Schurken Glück
m (Text replacement - "(?s)(\n{{ls\n\|lstext.*}})(\n{{.*}})(\n{{elru.*}})" to "$3$1$2") |
m (Text replacement - "<b class="num">(\d+)\)" to "<b class="num">$1") |
||
Line 17: | Line 17: | ||
}} | }} | ||
{{elru | {{elru | ||
|elrutext='''θυηπολέω:'''<br /><b class="num">1 | |elrutext='''θυηπολέω:'''<br /><b class="num">1</b> [[совершать жертвоприношения]] (Κρόνῳ Soph.; κατὰ τὰς Μουσαίου καὶ Ὀρφέως βίβλους Plat.): θ. κατὰ τὸν [[ἀνάκτορον]] (τοῦ Ἀπόλλωνος) Eur. совершать жертвоприношения в храме Аполлона; εὐαγγέλοισιν ἐλπίσιν θ. Aesch. приносить жертву в надежде на благоприятные вести;<br /><b class="num">2</b> [[очищать жертвоприношениями]] (θυηπολεῖται [[ἄστυ]] μάντεων [[ὕπο]] Eur.). | ||
}} | }} | ||
{{ls | {{ls |
Revision as of 14:12, 25 November 2022
English (LSJ)
A perform sacrifices, A.Ag.262, E.Tr.330 (lyr.), Pl.R. 364e, Polystr.p.9 W.; θεοῖς E.El.665. 2 trans., sacrifice, γέρας βρότειον τῷ Κρόνῳ θ. S.Fr.126, cf. 522, Maiist.13:—Pass., θυηπολεῖται δ' ἄστυ μάντεων ὕπο is filled with sacrifices by them, E.Heracl. 401.
German (Pape)
[Seite 1222] sich mit Opfern beschäftigen, VLL. περὶ θυσίαν ἀναστρέφεσθαι, opfern, Κρόνῳ, Soph. frg. 132; κατὰ σὸν ἀνάκτορον, Eur. Tr. 330; Plat. Rep. II, 364 e; Sp., wie D. Hal. 2, 67; auch pass., θυηπολεῖται ἄστυ μάντεων ὕπο, in der Stadt wird geopfert, Eur. Heracl. 402; – weissagen, Aesch. Ag. 253.
French (Bailly abrégé)
-ῶ :
être chargé du soin d'un sacrifice.
Étymologie: θυηπόλος.
Russian (Dvoretsky)
θυηπολέω:
1 совершать жертвоприношения (Κρόνῳ Soph.; κατὰ τὰς Μουσαίου καὶ Ὀρφέως βίβλους Plat.): θ. κατὰ τὸν ἀνάκτορον (τοῦ Ἀπόλλωνος) Eur. совершать жертвоприношения в храме Аполлона; εὐαγγέλοισιν ἐλπίσιν θ. Aesch. приносить жертву в надежде на благоприятные вести;
2 очищать жертвоприношениями (θυηπολεῖται ἄστυ μάντεων ὕπο Eur.).
Greek (Liddell-Scott)
θυηπολέω: εἶμαι θυηπόλος, ἀσχολοῦμαι εἰς θυσίας, Αἰσχύλ. Ἀγ. 260, Εὐρ. Τρῳ. 330, Πλάτ. Πολ. 364Ε. 2) μεταβ., θυσιάζω, Κρόνῳ θυηπολεῖν βρότειον... γένος Σοφ. Ἀποσπ. 132, πρβλ. 468∙ - Παθ., θυηπολεῖται δ’ ἄστυ μάντεων ὕπο, πληροῦται θυσιῶν ὑπ’ αὐτῶν, Εὐρ. Ἡρακλ. 401, ἴδε Ruhnk ἐν Τιμ.
Greek Monotonic
θυηπολέω: μέλ. -ήσω,
1. απασχολώ τον εαυτό μου με θυσίες, σε Αισχύλ., Ευρ.
2. μτβ., θυσιάζω· Παθ., θυηπολεῖται δ' ἄστυ, είναι γεμάτο με θυσίες, στον ίδ.
Middle Liddell
θυηπολέω, fut. -ήσω
1. to busy oneself with sacrifices, Aesch., Eur.
2. trans. to sacrifice:—Pass., θυηπολεῖται δ' ἄστυ is filled with sacrifices, Eur. [from θυηπόλος