εἰδήμων: Difference between revisions

From LSJ

Καιροσκόπει (Καιρῷ σκόπει) τὰ πράγματ', ἄνπερ νοῦν ἔχῃς → Sanus es? Negotiorum observes tempora → Zur rechten Zeit tu alles, hast du nur Vernunft

Menander, Monostichoi, 307
(CSV import)
m (Text replacement - "(*UTF)(*UCP)btext=(.*?:<br \/>)([\w\s'-]+), ([\w\s'-]+)\.<br" to "btext=$1$2, $3.<br")
Line 17: Line 17:
}}
}}
{{bailly
{{bailly
|btext=ων, ον :<br />savant, instruit.<br />'''Étymologie:''' *εἴδω.
|btext=ων, ον :<br />[[savant]], [[instruit]].<br />'''Étymologie:''' *εἴδω.
}}
}}
{{ls
{{ls

Revision as of 17:58, 8 January 2023

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: εἰδήμων Medium diacritics: εἰδήμων Low diacritics: ειδήμων Capitals: ΕΙΔΗΜΩΝ
Transliteration A: eidḗmōn Transliteration B: eidēmōn Transliteration C: eidimon Beta Code: ei)dh/mwn

English (LSJ)

ον, gen. ονος, acquainted with or expert in a thing, τινός D.L.6.14, AP 9.505.4, IG14.885 (Suessa), S.E.M.1.79. Adv. -νως Hermog.Meth. 13, Vett.Val.348.19, Hsch.

Spanish (DGE)

-ον
1 experto, entendido, conocedor c. gen. Στοϊκῶν μύθων Ath.SHell.226, τόσης ... τέχνης AP 9.505b, cf. Vett.Val.387.9, πολλῶν τεχνῶν καὶ μάλιστα μουσικῆς Heph.Astr.Epit.4.1.140, πάσης ἀρετῆς IG 14.888 (Campania III d.C.?), τῆς ἑλληνικῆς διαλέκτου Clem.Al.Strom.1.22.149, cf. S.E.M.1.79, τῶν κατ' οὐρανὸν μαθήματων Eus.PE 11.6.25
sin rég. sabio, entendido, competente Κάδμος Nonn.D.1.374, ὁ γὰρ «εἰδήμων» ὑπομόχθηρον por op. εἰδώς Poll.9.151
subst. ὁ εἰ. persona o trabajador competente τεχνῖται καὶ εἰδήμονες PBeatty Panop.1.343 (III d.C.), cf. Melit.Fr.Pap.60.51.
2 adv. -όνως de forma experta, con conocimiento εἰ. τὰ προσήκοντα τοῖς ἀγῶσιν ἐπιτελεῖν Gerasa 192.15 (II d.C.), καὶ ἐπιτηδευθῇ εἰ. εἰς ἡδονὴν ἀκοῆς σώφρονα Hermog.Meth.13, εἰ. προεστάναι τοῦ ἔργου enfrentarse a una obra críticamente Vett.Val.334.18, cf. Hsch., γυμνάζων εἰ. Eust.1291.4.

German (Pape)

[Seite 723] ον, wissend, kundig, erfahren, τινός; D. L. 6, 14; Anth. IX, 505; von Poll. 5, 144 u. 9, 151 als schlechtes Wort getadelt.

French (Bailly abrégé)

ων, ον :
savant, instruit.
Étymologie: *εἴδω.

Greek (Liddell-Scott)

εἰδήμων: -ον, γεν. ονος, γνωρίζων ἢ ἔμπειρος, γνώστης, τινὸς Διογ. Λ. 6. 14, Ἀνθ. Π. 9. 505. παράρτ. 354.

Greek Monotonic

εἰδήμων: -ον, γεν. -ονος (*εἴδω Β), αυτός που γνωρίζει ή είναι ειδικός σε κάτι, τινός, σε Ανθ.

Middle Liddell

εἰδήμων, ονος, [*εἴδω B]
knowing or expert in a thing, τινός Anth.

Mantoulidis Etymological

(=ἔμπειρος). Ἀπό τό εἴδω (=γνωρίζω), ὅπου δές γιά περισσότερα παράγωγα.