Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εἰδήμων

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: εἰδήμων Medium diacritics: εἰδήμων Low diacritics: ειδήμων Capitals: ΕΙΔΗΜΩΝ
Transliteration A: eidḗmōn Transliteration B: eidēmōn Transliteration C: eidimon Beta Code: ei)dh/mwn

English (LSJ)

ον, gen. ονος,

   A acquainted with or expert in a thing, τινός D.L.6.14, AP 9.505.4, IG14.885 (Suessa), S.E.M.1.79. Adv. -νως Hermog.Meth. 13, Vett.Val.348.19, Hsch.

German (Pape)

[Seite 723] ον, wissend, kundig, erfahren, τινός; D. L. 6, 14; Anth. IX, 505; von Poll. 5, 144 u. 9, 151 als schlechtes Wort getadelt.

Greek (Liddell-Scott)

εἰδήμων: -ον, γεν. ονος, γνωρίζων ἢ ἔμπειρος, γνώστης, τινὸς Διογ. Λ. 6. 14, Ἀνθ. Π. 9. 505. παράρτ. 354.

French (Bailly abrégé)

ων, ον :
savant, instruit.
Étymologie: *εἴδω.

Spanish (DGE)

-ον
1 experto, entendido, conocedor c. gen. Στοϊκῶν μύθων Ath.SHell.226, τόσης ... τέχνης AP 9.505b, cf. Vett.Val.387.9, πολλῶν τεχνῶν καὶ μάλιστα μουσικῆς Heph.Astr.Epit.4.1.140, πάσης ἀρετῆς IG 14.888 (Campania III d.C.?), τῆς ἑλληνικῆς διαλέκτου Clem.Al.Strom.1.22.149, cf. S.E.M.1.79, τῶν κατ' οὐρανὸν μαθήματων Eus.PE 11.6.25
sin rég. sabio, entendido, competente Κάδμος Nonn.D.1.374, ὁ γὰρ «εἰδήμων» ὑπομόχθηρον por op. εἰδώς Poll.9.151
subst. ὁ εἰ. persona o trabajador competente τεχνῖται καὶ εἰδήμονες PBeatty Panop.1.343 (III d.C.), cf. Melit.Fr.Pap.60.51.
2 adv. -όνως de forma experta, con conocimiento εἰ. τὰ προσήκοντα τοῖς ἀγῶσιν ἐπιτελεῖν Gerasa 192.15 (II d.C.), καὶ ἐπιτηδευθῇ εἰ. εἰς ἡδονὴν ἀκοῆς σώφρονα Hermog.Meth.13, εἰ. προεστάναι τοῦ ἔργου enfrentarse a una obra críticamente Vett.Val.334.18, cf. Hsch., γυμνάζων εἰ. Eust.1291.4.

Greek Monotonic

εἰδήμων: -ον, γεν. -ονος (*εἴδω Β), αυτός που γνωρίζει ή είναι ειδικός σε κάτι, τινός, σε Ανθ.

Middle Liddell

εἰδήμων, ονος, [*εἴδω B]
knowing or expert in a thing, τινός Anth.