χοροιθαλής: Difference between revisions

From LSJ

ἢ τοὺς πότους ἐρεῖς δῆλον ὅτι καὶ τὰ δεῖπνα καὶ ἐσθῆτα καὶ ἀφροδίσια, καὶ δέδιας μὴ τούτων ἐνδεὴς γενόμενος ἀπόλωμαι. οὐκ ἐννοεῖς δὲ ὅτι τὸ μὴ διψῆν τοῦ πιεῖν πολὺ κάλλιον καὶ τὸ μὴ πεινῆν τοῦ φαγεῖν καὶ τὸ μὴ ῥιγοῦν τοῦ ἀμπεχόνης εὐπορεῖν; → There you'll go, talking of drinking and dining and dressing up and screwing, worrying I'll be lost without all that. Don't you realize how much better it is to have no thirst, than to drink? to have no hunger, than to eat? to not be cold, than to possess a wardrobe of finery? (Lucian, On Mourning 16)

Source
m (Text replacement - "<span class="sense"><p>" to "<span class="sense">")
m (LSJ1 replacement)
 
(6 intermediate revisions by the same user not shown)
Line 8: Line 8:
|Transliteration C=choroithalis
|Transliteration C=choroithalis
|Beta Code=xoroiqalh/s
|Beta Code=xoroiqalh/s
|Definition=ές, <span class="sense">&nbsp;&nbsp;&nbsp;<span class="bld">A</span> [[flourishing in the dance]], κοῦραι <span class="title">AP</span>6.287 (Antip.).</span>
|Definition=χοροιθαλές, [[flourishing in the dance]], κοῦραι ''AP''6.287 (Antip.).
}}
}}
{{pape
{{pape
|ptext=[[https://www.translatum.gr/images/pape/pape-02-1366.png Seite 1366]] ές, im Chore prangend, κοῦραι Antp. Sid. 23 (VI, 287).
|ptext=[[https://www.translatum.gr/images/pape/pape-02-1366.png Seite 1366]] ές, im Chore prangend, κοῦραι Antp. Sid. 23 (VI, 287).
}}
{{bailly
|btext=ής, ές :<br />[[qui fleurit dans les chœurs]].<br />'''Étymologie:''' [[χορός]], [[θάλλω]].
}}
{{elru
|elrutext='''χοροιθαλής:''' [[блистающий в хороводах]] (κοῦραι Anth.).
}}
}}
{{ls
{{ls
|lstext='''χοροιθᾰλής''': -ές, ὁ θάλλων, διαπρέπων ἐν τῷ χορῷ, χοροιθαλέας κούρας Ἀνθ. Παλατ. 6. 287.
|lstext='''χοροιθᾰλής''': -ές, ὁ θάλλων, διαπρέπων ἐν τῷ χορῷ, χοροιθαλέας κούρας Ἀνθ. Παλατ. 6. 287.
}}
{{bailly
|btext=ής, ές :<br />qui fleurit dans les chœurs.<br />'''Étymologie:''' [[χορός]], [[θάλλω]].
}}
}}
{{grml
{{grml
Line 24: Line 27:
{{lsm
{{lsm
|lsmtext='''χοροιθᾰλής:''' -ές ([[θάλλω]]), αυτός που διαπρέπει στο χορό, σε Ανθ.
|lsmtext='''χοροιθᾰλής:''' -ές ([[θάλλω]]), αυτός που διαπρέπει στο χορό, σε Ανθ.
}}
{{elru
|elrutext='''χοροιθαλής:''' блистающий в хороводах (κοῦραι Anth.).
}}
}}
{{mdlsj
{{mdlsj
|mdlsjtxt=χοροι-θᾰλής, ές [[θάλλω]]<br />[[flourishing]] in the [[dance]], Anth.
|mdlsjtxt=χοροι-θᾰλής, ές [[θάλλω]]<br />[[flourishing]] in the [[dance]], Anth.
}}
}}

Latest revision as of 11:50, 25 August 2023

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: χοροιθᾰλής Medium diacritics: χοροιθαλής Low diacritics: χοροιθαλής Capitals: ΧΟΡΟΙΘΑΛΗΣ
Transliteration A: choroithalḗs Transliteration B: choroithalēs Transliteration C: choroithalis Beta Code: xoroiqalh/s

English (LSJ)

χοροιθαλές, flourishing in the dance, κοῦραι AP6.287 (Antip.).

German (Pape)

[Seite 1366] ές, im Chore prangend, κοῦραι Antp. Sid. 23 (VI, 287).

French (Bailly abrégé)

ής, ές :
qui fleurit dans les chœurs.
Étymologie: χορός, θάλλω.

Russian (Dvoretsky)

χοροιθαλής: блистающий в хороводах (κοῦραι Anth.).

Greek (Liddell-Scott)

χοροιθᾰλής: -ές, ὁ θάλλων, διαπρέπων ἐν τῷ χορῷ, χοροιθαλέας κούρας Ἀνθ. Παλατ. 6. 287.

Greek Monolingual

-ές, Α
αυτός που διαπρέπει στον χορό.
[ΕΤΥΜΟΛ. < χοροῖ, τοπική του χορός, + -θαλής (< θάλος < θάλλω), πρβλ. ὀρει-θαλής. Η χρησιμοποίηση της τοπικής στο α' συνθετικό οφείλεται σε μετρικούς λόγους προς αποφυγήν τών αλλεπάλληλων βραχειών συλλαβών].

Greek Monotonic

χοροιθᾰλής: -ές (θάλλω), αυτός που διαπρέπει στο χορό, σε Ανθ.

Middle Liddell

χοροι-θᾰλής, ές θάλλω
flourishing in the dance, Anth.