ἀσπιστής: Difference between revisions

From LSJ

τὸ ἔθνος τὸ ἐπὶ τῆς γῆς λιθοβολήσουσιν αὐτὸν ἐν λίθοις → the people of the land shall stone them to death

Source
(6_19)
(Bailly1_1)
Line 15: Line 15:
{{ls
{{ls
|lstext='''ἀσπιστής''': -οῦ, ὁ, ὁ δι’ ἀσπίδος ὡπλισμένος, [[πολεμιστής]], Ὅμ. (ἐν. Ἰλ.) ἀείποτε κατὰ γεν. πληθ. ἀσπιστάων Ἰλ. Δ. 90, κτλ.· ὡς ἐπίθ., Νηρῇδες δ’ Εὐβοῖδας ἀκτὰς λιποῦσαι Ἡφαίστου χρυσέων ἀκμόνων μόχθους ἀσπιστὰς ἔφερον τευχέων, περὶ τῆς ἀσπίδος τοῦ Ἀχιλλέως ἣν περιγράφει ὁ [[Ὅμηρος]], Εὐρ. Ἡλ. 443.
|lstext='''ἀσπιστής''': -οῦ, ὁ, ὁ δι’ ἀσπίδος ὡπλισμένος, [[πολεμιστής]], Ὅμ. (ἐν. Ἰλ.) ἀείποτε κατὰ γεν. πληθ. ἀσπιστάων Ἰλ. Δ. 90, κτλ.· ὡς ἐπίθ., Νηρῇδες δ’ Εὐβοῖδας ἀκτὰς λιποῦσαι Ἡφαίστου χρυσέων ἀκμόνων μόχθους ἀσπιστὰς ἔφερον τευχέων, περὶ τῆς ἀσπίδος τοῦ Ἀχιλλέως ἣν περιγράφει ὁ [[Ὅμηρος]], Εὐρ. Ἡλ. 443.
}}
{{bailly
|btext=οῦ (ὁ) :<br />armé d’un bouclier ; belliqueux.<br />'''Étymologie:''' [[ἀσπίς]].
}}
}}

Revision as of 19:44, 9 August 2017

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἀσπιστής Medium diacritics: ἀσπιστής Low diacritics: ασπιστής Capitals: ΑΣΠΙΣΤΗΣ
Transliteration A: aspistḗs Transliteration B: aspistēs Transliteration C: aspistis Beta Code: a)spisth/s

English (LSJ)

οῦ, ὁ,

   A one armed with a shield, warrior, Hom. (in Il.) always in gen. pl. ἀσπιστάων, Il.4.90, al.:—as Adj., ἀσπισταὶ μόχθοι τευχέων, i.e. the shield of Achilles, E.El.444 (dub.l.).

German (Pape)

[Seite 374] ὁ, mit einem Schilde versehen; Hom. ἀσπιστάων Versende Iliad. 4, 90. 201. 221. 5, 577. 8, 155. 214. 11, 412. 13, 680. 16, 490. 541. 593; auch sonst bei Dichtern, ἀσπισταὶ μόχθοι τευχέων Eur. El. 444, Schildwerk der Waffen, d. i. Waffen, deren Hauptstück der Schild war.

Greek (Liddell-Scott)

ἀσπιστής: -οῦ, ὁ, ὁ δι’ ἀσπίδος ὡπλισμένος, πολεμιστής, Ὅμ. (ἐν. Ἰλ.) ἀείποτε κατὰ γεν. πληθ. ἀσπιστάων Ἰλ. Δ. 90, κτλ.· ὡς ἐπίθ., Νηρῇδες δ’ Εὐβοῖδας ἀκτὰς λιποῦσαι Ἡφαίστου χρυσέων ἀκμόνων μόχθους ἀσπιστὰς ἔφερον τευχέων, περὶ τῆς ἀσπίδος τοῦ Ἀχιλλέως ἣν περιγράφει ὁ Ὅμηρος, Εὐρ. Ἡλ. 443.

French (Bailly abrégé)

οῦ (ὁ) :
armé d’un bouclier ; belliqueux.
Étymologie: ἀσπίς.