Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Ὅμηρος

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: Ὅμηρος Medium diacritics: Ὅμηρος Low diacritics: Όμηρος Capitals: ΌΜΗΡΟΣ
Transliteration A: Hómēros Transliteration B: Homēros Transliteration C: Omiros Beta Code: *(/omhros

English (LSJ)

ὁ,

   A Homer ; the name first occurs in Hes.Fr.265.1 (dub.), Xenoph.10,11, Hdt.2.53 : ὅμηρος was a Cumaean word for τυφλός acc. to Ps.-Hdt.Vit.Hom.13, cf. Lyc.422 ; ὁμηρεύω was Ion. for ἡγοῦμαι guide the blind, acc. to Ephor.IJ. ; but Ὅμαρος is a Cretan pr.n., GDIivp.1033.

Greek (Liddell-Scott)

Ὅμηρος: ὁ· τὸ ὄνομα κατ’ ἀρχὰς ἀπαντᾷ ἐν ἀμφιβόλῳ τινὶ Ἀποσπάσματι (34) τοῦ Ἡσ. ― Κατὰ τὸν παλαιὸν Ἰων. Βίον Ὁμήρου (ἀποδιδόμενος εἰς τὸν Ἡρόδ) 13, ὅμηρος κατὰ τὴν τῶν Κυμαίων διάλεκτον ἦτο = τῷ τυφλός, (ὅθεν τινὲς ἐξηγοῦσι τὴν παράδοσιν περὶ τῆς τυφλότητας τοῦ Ὁμήρου), καὶ τὸ ὁμηρεύω μνημονεύεται ὡς Ἰων. ἀντὶ τοῦ ποδηγέω ἐκ τοῦ Ἐφορ. (Ἀποσπ. 164). Πρβλ. Nitzsch Ὀδ. Θ. 62.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
Homère, poète épique, auteur supposé de l’Iliade et de l’Odyssée.
Étymologie: ὅμηρος¹.

English (Slater)

Ὅμηρος (-ος, -ου, -ον.) the poet.
   1 τῶν δ' Ὁμήρου καὶ τόδε συνθέμενος ῥῆμα (P. 4.277) ἐγὼ δὲ πλέον' ἔλπομαι λόγον Ὀδυσσέος ἢ πάθαν διὰ τὸν ἁδυεπῆ γενέσθ Ὅμηρον (N. 7.21) ἀλλ' Ὅμηρός τοι τετίμακεν δἰ ἀνθρώπων (sc. Αἴαντα) (I. 4.37) Ὁμήρου [ τρι]πτὸν κατ' ἀμαξιτὸν ἰόντες (supp. Lobel) Πα. 7B. 11. test., [Plut.], vit. Hom., p. 25. 4 Wil., Ὅμηρον τοίνυν Πίνδαρος μὲν ἔφη Χῖον τε καὶ Σμυρναῖον γενέσθαι fr. 264. Aelian., V. H., 9. 15, λέγεται δὲ (sc. ὑπὸ τῶν Ἀργείων) ὅτι ἄρα ἀπορῶν (sc. ὁ Ὅμηρος) ἐκδοῦναι τὴν θυγατέρα, ἔδωκεν αὐτῇ προῖκα ἔχειν τὰ ἔπη τὰ Κύπρια. καὶ ὁμολογεῖ τοῦτο ὁ Πίνδαρος fr. 265. v. fr. 347.

Greek Monolingual

ο (ΑΜ Ὅμηρος)
ο περιφημότερος επικός ποιητής, στον οποίο οι Έλληνες απέδιδαν τα δύο μεγάλα έπη της αρχαιότητας, την Ιλιάδα και την Οδύσσεια.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η επικρατέστερη άποψη για την ετυμολογία του ονόματος του Ομήρου, παρά τις πολλές παραδόσεις που μαρτυρούνται για τον ποιητή, είναι ότι έχει παραχθεί από το προσηγορικό ὅμηρος (Ι) (βλ. και λ. όμηρος [ΙΙ])].

Greek Monotonic

Ὅμηρος: ὁ, το κύριο όνομα Όμηρος· απαντά για πρώτη φορά σε Απόσπ. του Ησίοδ.

Middle Liddell

Ὅμηρος, ὁ,
Homer; the name first occurs in a Fragm. of Hes.