ἐξαμαύρωσις: Difference between revisions
From LSJ
μηδέν' ὀλβίζειν, πρὶν ἂν τέρμα τοῦ βίου περάσῃ μηδὲν ἀλγεινὸν παθών → Count no man blessed 'til he's passed the endpoint of his life without grievous suffering. (Sophocles, King Oedipus 1529f.)
(6_8) |
(Bailly1_2) |
||
Line 15: | Line 15: | ||
{{ls | {{ls | ||
|lstext='''ἐξαμαύρωσις''': -εως, [[ἔκλειψις]], ἐντελὴς [[ἐξαφάνισις]] πράγματός τινος, καὶ μετάλλων ἴσμεν ἐξαμαυρώσεις γεγονέναι καινὰς Πλούτ. 434Β. | |lstext='''ἐξαμαύρωσις''': -εως, [[ἔκλειψις]], ἐντελὴς [[ἐξαφάνισις]] πράγματός τινος, καὶ μετάλλων ἴσμεν ἐξαμαυρώσεις γεγονέναι καινὰς Πλούτ. 434Β. | ||
}} | |||
{{bailly | |||
|btext=εως (ἡ) :<br />obscurcissement ; disparition.<br />'''Étymologie:''' [[ἐξ]], [[ἀμαυρόω]]. | |||
}} | }} |
Revision as of 19:56, 9 August 2017
English (LSJ)
εως, ἡ,
A disappearing, μετάλλων Plu.2.434a (pl.).
German (Pape)
[Seite 867] ἡ, die gänzliche Schwächung, das Aufhören, μετάλλων Plut. def. or. 43.
Greek (Liddell-Scott)
ἐξαμαύρωσις: -εως, ἔκλειψις, ἐντελὴς ἐξαφάνισις πράγματός τινος, καὶ μετάλλων ἴσμεν ἐξαμαυρώσεις γεγονέναι καινὰς Πλούτ. 434Β.
French (Bailly abrégé)
εως (ἡ) :
obscurcissement ; disparition.
Étymologie: ἐξ, ἀμαυρόω.