Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τροφιώδης: Difference between revisions

From LSJ

Ζῆν οὐκ ἄξιος, ὅτῳ μηδὲ εἷς ἐστι χρηστὸς φίλοςLife is not worth living if you do not have at least one friend.

Democritus, DK 68b22
(42)
m (LSJ1 replacement)
 
(11 intermediate revisions by the same user not shown)
Line 8: Line 8:
|Transliteration C=trofiodis
|Transliteration C=trofiodis
|Beta Code=trofiw/dhs
|Beta Code=trofiw/dhs
|Definition=ες, <span class="sense"><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;<span class="bld">A</span> <b class="b2">containing coagulated matter</b>, οὖρα <span class="bibl">Hp.<span class="title">Epid.</span>7.120</span>; ἐκ τροφιώδεος . . ὑποπέλιον <span class="bibl">Id.<span class="title">Coac.</span>567</span>; and so prob. <b class="b3">ἑκ τροφιωδέων</b> should be restored for <b class="b3">ἐκ στροφωδέων</b> in <span class="bibl">Id.<span class="title">Prorrh.</span>1.156</span> :—cf. Gal. ad loc. (16.819K.): a different expl. is given by Erot., <b class="b3">τροφιωδέων· σποδιωδῶν, τροφιὰ γὰρ ἡ σποδιὰ λέγεται;</b> cf. <b class="b3">ἐκ τροφωλέων σποδοειδῶν</b>, Hsch. Cf. <span class="sense"><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;<span class="bld">A</span> τροφώδης <span class="bibl">11</span>.</span>
|Definition=τροφιῶδες, [[containing coagulated matter]], οὖρα Hp.''Epid.''7.120; ἐκ τροφιώδεος.. ὑποπέλιον Id.''Coac.''567; and so prob. <b class="b3">ἑκ τροφιωδέων</b> should be restored for <b class="b3">ἐκ στροφωδέων</b> in Id.''Prorrh.''1.156:—cf. Gal. ad loc. (16.819K.): a different expl. is given by Erot., <b class="b3">τροφιωδέων· σποδιωδῶν, τροφιὰ γὰρ ἡ σποδιὰ λέγεται</b>; cf. <b class="b3">ἐκ τροφωλέων σποδοειδῶν</b>, [[Hesychius Lexicographus|Hsch.]] cf. [[τροφώδης]] ''ΙΙ''.
}}
}}
{{ls
{{ls
Line 14: Line 14:
}}
}}
{{grml
{{grml
|mltxt=-ῶδες, Α [[τρόφις]]<br /><b>1.</b> αυτός που [[είναι]] [[γεμάτος]] θρόμβους, [[θρομβώδης]] («οὖρα τροφιώδεα», Ιπποκρ.)<br /><b>2.</b> (η γεν. πληθ.) <i>τροφιωδέων</i><br />([[κατά]] τον Ερωτιαν.) «σποδιωδῶν τροφιὰ γὰρ ἡ σποδιὰ λέγεται»<br /><b>3.</b> (<b>το ουδ. ως επίρρ.</b>) <i>τροφιῶδες</i><br />με θρομβώδη τρόπο («τροφιῶδες οὐρεῑν», Ιπποκρ.).
|mltxt=-ῶδες, Α [[τρόφις]]<br /><b>1.</b> αυτός που [[είναι]] [[γεμάτος]] θρόμβους, [[θρομβώδης]] («οὖρα τροφιώδεα», Ιπποκρ.)<br /><b>2.</b> (η γεν. πληθ.) <i>τροφιωδέων</i><br />([[κατά]] τον Ερωτιαν.) «σποδιωδῶν τροφιὰ γὰρ ἡ σποδιὰ λέγεται»<br /><b>3.</b> (<b>το ουδ. ως επίρρ.</b>) <i>τροφιῶδες</i><br />με θρομβώδη τρόπο («τροφιῶδες οὐρεῖν», Ιπποκρ.).
}}
{{elnl
|elnltext=τροφιώδης -ες [τρέφω] stolsels bevattend (van urine). Hp.
}}
{{pape
|ptext=ες, <i>wie [[verdickt]], [[geronnen]], [[klümpig]]</i>, οὖρα, Hippocr.
}}
}}

Latest revision as of 06:29, 26 August 2023

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: τροφιώδης Medium diacritics: τροφιώδης Low diacritics: τροφιώδης Capitals: ΤΡΟΦΙΩΔΗΣ
Transliteration A: trophiṓdēs Transliteration B: trophiōdēs Transliteration C: trofiodis Beta Code: trofiw/dhs

English (LSJ)

τροφιῶδες, containing coagulated matter, οὖρα Hp.Epid.7.120; ἐκ τροφιώδεος.. ὑποπέλιον Id.Coac.567; and so prob. ἑκ τροφιωδέων should be restored for ἐκ στροφωδέων in Id.Prorrh.1.156:—cf. Gal. ad loc. (16.819K.): a different expl. is given by Erot., τροφιωδέων· σποδιωδῶν, τροφιὰ γὰρ ἡ σποδιὰ λέγεται; cf. ἐκ τροφωλέων σποδοειδῶν, Hsch. cf. τροφώδης ΙΙ.

Greek (Liddell-Scott)

τροφιώδης: -ες, πλήρης ὕλης, θολός, οὖρα Ἱππ. 1240Α· τροφιῶδες οὐρεῖν αὐτόθι, πρβλ. 1239G· ἐκ τροφιώδεος... ὑποπέλιον ὁ αὐτ. 210Η, πρβλ. 217Ε· καὶ οὕτω πιθανῶς διορθωτέον ἐκ τροφιωδέων ἀντὶ στροφώδων ὁ αὐτ. 81C. - Πρβλ. τροφώδης ΙΙ.

Greek Monolingual

-ῶδες, Α τρόφις
1. αυτός που είναι γεμάτος θρόμβους, θρομβώδης («οὖρα τροφιώδεα», Ιπποκρ.)
2. (η γεν. πληθ.) τροφιωδέων
(κατά τον Ερωτιαν.) «σποδιωδῶν τροφιὰ γὰρ ἡ σποδιὰ λέγεται»
3. (το ουδ. ως επίρρ.) τροφιῶδες
με θρομβώδη τρόπο («τροφιῶδες οὐρεῖν», Ιπποκρ.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

τροφιώδης -ες [τρέφω] stolsels bevattend (van urine). Hp.

German (Pape)

ες, wie verdickt, geronnen, klümpig, οὖρα, Hippocr.