ἰσχυροπράγμων: Difference between revisions
From LSJ
ἔστι γὰρ τὸ ἔλαττον κακὸν μᾶλλον αἱρετὸν τοῦ μείζονος → the lesser of two evils is more desirable than the greater
m (Text replacement - "(*UTF)(*UCP)(ptext.*?)That(.*?\n}})" to "$1Tat$2") Tags: Mobile edit Mobile web edit |
m (Text replacement - "muthig" to "mutig") |
||
Line 11: | Line 11: | ||
}} | }} | ||
{{pape | {{pape | ||
|ptext=[[https://www.translatum.gr/images/pape/pape-01-1273.png Seite 1273]] ονος, starke, | |ptext=[[https://www.translatum.gr/images/pape/pape-01-1273.png Seite 1273]] ονος, starke, mutige Taten verrichtend, Erkl. von [[ὀβριμοεργός]], Schol. Il. 5, 403. | ||
}} | }} | ||
{{ls | {{ls |
Latest revision as of 07:33, 28 June 2024
English (LSJ)
ἰσχυροπράγμον, gen. ονος, doing mighty deeds, Paul.Al.O.1; Glossaria on ὀβριμοεργός, Sch.D Il.5.403.
German (Pape)
[Seite 1273] ονος, starke, mutige Taten verrichtend, Erkl. von ὀβριμοεργός, Schol. Il. 5, 403.
Greek (Liddell-Scott)
ἰσχυροπράγμων: -ον, ὁ ἰσχυρά, μεγάλα ἔργα πράττων, πρὸς ἑρμηνείαν τοῦ Ὁμηρικοῦ ὀβριμοεργός, Σχόλ. εἰς Ἰλ. Ε. 403, Παῦλ. Ἀλεξ. Ἀποτελεσμ. 53, 8.
Greek Monolingual
ἰσχυροπράγμων -ον (Α)
αυτός που κάνει μεγάλα έργα, που κατορθώνει μεγάλες, ανδρείες πράξεις.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἰσχυρός + -πράγμων (< πράγμα), πρβλ. μεγαλοπράγμων, πολυπράγμων].