Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πολυπράγμων

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: πολυπράγμων Medium diacritics: πολυπράγμων Low diacritics: πολυπράγμων Capitals: ΠΟΛΥΠΡΑΓΜΩΝ
Transliteration A: polyprágmōn Transliteration B: polypragmōn Transliteration C: polypragmon Beta Code: polupra/gmwn

English (LSJ)

ον, gen. ονος, (πρᾶγμα)

   A busy about many things, mostly in bad sense, meddlesome, officious, a busybody, Eup. 222, Ar.Av.471, Lys.24.24, Isoc.15.98,230,237: freq. as epith. of the restless Athenians, as in the plays so entitled by Timocles, Diphilus, and Heniochus; applied to Socrates, Arr.Epict.3.1.21. Adv. -νως Mitteis Chr.31 viii 30 (ii B.C.).    2 later and rarely in good sense, curious after knowledge, π. καὶ περιττός Plb.9.1.4; Ἡρόδοτος ὁ π. D.S.1.37, cf. Antig.Mir.24.

German (Pape)

[Seite 670] ον, mit vielen Sachen, Angelegenheiten, Händeln beschäftigt; bes. tadelnd, der sich in vielerlei Dinge mischt, die ihn Nichts angehen, Ar. Av. 471; aus Vorwitz, Neugier, zänkischer Geschäftigkeit oder Gewinnsucht sich in die Angelegenheiten Anderer mengend, der im Staate Neuerungen anfängt, vgl. Valck. Hipp. 785; ὄχλος, Plut. Pericl. 11; καὶ θρασύς, Lys. 24, 24; auch kleinlich weitläuftig und umständlich, Sp., wie Plut.; – selten lobend, genau, sorgfältig forschend, durch viele Thätigkeit in Geschäften geübt, Pol. 9, 1, 4 D. Sic. 1, 37.

Greek (Liddell-Scott)

πολυπράγμων: -ον, γεν. -ονος, (πράσσω, πρᾶγμα), ὁ ἀσχολούμενος εἰς πολλά, ὑπὲρ τὸ δέον πολυάσχολος, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἐπὶ κακῆς σημασίας, ὁ εἰς πολλὰ ἀναμιγνυόμενος, περίεργος, Λατ. curiosus, οὐ γὰρ πολυπράγμων ἐστίν, ἀλλ’ ἁπλήγιος (δηλ. ἁπλοῦς) Εὔπολις ἐν «Πόλεσιν» 27b, Ἀριστοφ. Ὄρν. 471, Λυσίας 170. 26, Ἰσοκρ. περὶ Ἀντιδ. § 105, 245, 253· ἐπίθετον ὅπερ συχνάκις ἐδίδετο εἰς τοὺς πολυπράγμονας Ἀθηναίους ὑπὸ τῶν πολιτικῶν αὐτῶν ἀντιπάλων ὡς ἐν τοῖς δράμασι τοῖς φέρουσι τοῦτο τὸ ὄνομα τοῦ Τιμοκλέους, τοῦ Διφίλου καὶ τοῦ Ἡνιόχου· δίδεται δὲ τὸ ἐπίθετον τοῦτο καὶ εἰς τὸν Σωκράτη, οὕτω περίεργος εἶ, ὦ Σώκρατες, καὶ πολυπράγμων; Ἀρριαν. Ἐπίκτ. 3. 1, 21, πρβλ. ἀπράγμων, φιλοπράγμων, Valck εἰς Εὐρ. Ἱππόλ. 785. 2) μεταγεν., καὶ σπανίως ἐπὶ καλῆς σημασίας, ὁ περίεργος ὅπως μάθῃ, Πολύβ. 9. 1, 4· Ἡρόδοτος ὁ π. Διόδ. 1. 37. ― Ἴδε Κόντου Γλωσσ. Παρατηρήσεις σ. 154.

French (Bailly abrégé)

ων, ον ; gén. ονος;
1 remuant, brouillon;
2 qui se mêle de ce qui ne le regarde pas, qui s’ingère en toutes choses, intrigant.
Étymologie: πολύς, πρᾶγμα.

Greek Monolingual

-όνος, ο, η, ΝΜΑ, και πολυπράγμονος Ν
1. αυτός που ασχολείται με πολλά πράγματα ταυτόχρονα, με πολλές υποθέσεις
2. αυτός που ασχολείται με θέματα που δεν τον αφορούν, που ανακατεύεται σε ξένες υποθέσεις
μσν.-αρχ.
ο άκριτα περίεργος
αρχ.
ο προσεκτικός ερευνητής.
επίρρ...
πολυπραγμόνως Α
με πολυπραγμοσύνη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ- + -πράγμων (< πρᾶγμα), πρβλ. μεγαλο-πράγμων].

Greek Monotonic

πολυπράγμων: -ον, γεν. -ονος (πρᾶγμα), αυτός που ασχολείται με πολλά πράγματα, πολυάσχολος· κυρίως με αρνητική σημασία, ανακατωσούρης, Λατ. curiosus, επίθ. που συχνά αποδίδεται στους ανήσυχους (δηλ. πολυπράγμονες) Αθηναίους, σε Αριστοφ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

πολυπράγμων: 2, gen. ονος
1) хлопотливый, суетливый, всюду сующийся (π. καὶ θρασύς Lys.);
2) падкий на новшества, беспокойный (ὄχλος Plut.);
3) много исследующий, любознательный (Ἡρόδοτος ὁ π. Diod.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πολυπράγμων -ον, gen. -ονος [πολύς, πρᾶγμα] druk bezet:; ἀμαθὴς γὰρ ἔφυς κοὐ πολυπράγμων jij was van nature onwetend en hield je niet met alles bezig Aristoph. Av. 471; bemoeizuchtig:. οἱ δὲ πολιτικοὶ πολυπράγμονες politici zijn bemoeizuchtig Aristot. EN 1142a2.

Middle Liddell

πολυ-πράγμων, ονος, πρᾶγμα
busy after many things, over-busy, mostly in bad sense, meddlesome, officious, a busybody, Lat. curiosus, an epith. often given to the restless Athenians, Ar., etc.