μισότυφος: Difference between revisions

From LSJ

ψυχῆς ἀγῶνα τὸν προκείμενον πέρι δώσων → to stand the appointed trial for his life, to stand the appointed struggle for life and death

Source
(25)
(5)
Line 21: Line 21:
{{grml
{{grml
|mltxt=[[μισότυφος]], -ον (Α)<br />αυτός που μισεί την [[αλαζονεία]], την [[περηφάνια]].<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> <i>μισῶ</i> <span style="color: red;">+</span> [[τῦφος]] «[[αλαζονεία]], [[έπαρση]]» (<b>[[πρβλ]].</b> <i>σεμνό</i>-<i>τυφος</i>, <i>φιλό</i>-<i>τυφος</i>)].
|mltxt=[[μισότυφος]], -ον (Α)<br />αυτός που μισεί την [[αλαζονεία]], την [[περηφάνια]].<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> <i>μισῶ</i> <span style="color: red;">+</span> [[τῦφος]] «[[αλαζονεία]], [[έπαρση]]» (<b>[[πρβλ]].</b> <i>σεμνό</i>-<i>τυφος</i>, <i>φιλό</i>-<i>τυφος</i>)].
}}
{{lsm
|lsmtext='''μῑσότῡφος:''' -ον, αυτός που απεχθάνεται την [[αλαζονεία]], σε Λουκ.
}}
}}

Revision as of 00:24, 31 December 2018

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: μῑσότῡφος Medium diacritics: μισότυφος Low diacritics: μισότυφος Capitals: ΜΙΣΟΤΥΦΟΣ
Transliteration A: misótyphos Transliteration B: misotyphos Transliteration C: misotyfos Beta Code: miso/tufos

English (LSJ)

ον,

   A hating humbug, Luc.Pisc.20.

German (Pape)

[Seite 192] Feind von Aufgeblasenheit, Luc. Pisc. 20.

Greek (Liddell-Scott)

μῑσότῡφος: -ον, ὁ μισῶν τὸν τῦφον, τὴν ὑπερηφανίαν, Λουκ. Ἁλιεῖς 20.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui hait l’orgueil, la vanité.
Étymologie: μισέω, τῦφος.

Greek Monolingual

μισότυφος, -ον (Α)
αυτός που μισεί την αλαζονεία, την περηφάνια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μισῶ + τῦφος «αλαζονεία, έπαρση» (πρβλ. σεμνό-τυφος, φιλό-τυφος)].

Greek Monotonic

μῑσότῡφος: -ον, αυτός που απεχθάνεται την αλαζονεία, σε Λουκ.