περιτροχάω: Difference between revisions
ἀλλὰ διὰ τῆς ἀγάπης δουλεύετε ἀλλήλοις. ὁ γὰρ πᾶς νόμος ἐν ἑνὶ λόγῳ πεπλήρωται, ἐν τῷ Ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν → but be enslaved to each other through love; for the whole Torah is fulfilled in one statement: You will love your neighbor as yourself (Galatians 5:13f.)
(3b) |
(1ba) |
||
Line 21: | Line 21: | ||
{{elru | {{elru | ||
|elrutext='''περιτροχάω:''' бегать вокруг (θῆρες περιτροχάουσι Anth.). | |elrutext='''περιτροχάω:''' бегать вокруг (θῆρες περιτροχάουσι Anth.). | ||
}} | |||
{{mdlsj | |||
|mdlsjtxt=[collat. [[form]] of [[περιτρέχω]], Anth.] | |||
}} | }} |
Revision as of 12:50, 9 January 2019
English (LSJ)
A = περιτρέχω, AP7.338 : c.acc., πολέες σε περιτροχόωσιν ἀοιδαί Call.Del.28 :—Med., Arat.815.
German (Pape)
[Seite 597] Nebenform von περιτρέχω, rings herumlaufen, c. acc., daher umschwärmen, schaarenweis umgeben, Ep. ad. 666 (VII, 338); Callim. Del. 38; auch med., Arat. 815.
Greek (Liddell-Scott)
περιτροχάω: παράλληλος τύπος τοῦ περιτρέχω, Ἀνθ. Π. 7. 338· μετ’ αἰτ., πολέες σε περιτροχόωσιν ἀοιδαὶ Καλλ. εἰς Δῆλ. 28· ἐν τῷ μέσῳ τύπῳ, Ἄρατ. 815.
Greek Monotonic
περιτροχάω: ισοδύν. τύπος του περιτρέχω, σε Ανθ.
Russian (Dvoretsky)
περιτροχάω: бегать вокруг (θῆρες περιτροχάουσι Anth.).