ῥανίς: Difference between revisions
κόραξ δ' ἐπαίνῳ καρδίην ἐχαυνώθη → the flattered crow was filled with pride, the flattered crow became elate in heart
(1b) |
(2b) |
||
Line 33: | Line 33: | ||
{{mdlsj | {{mdlsj | ||
|mdlsjtxt=ῥᾰνίς, ίδος, ἡ, [[ῥαίνω]]<br />a [[drop]], Eur.; a [[rain]]-[[drop]], Ar. | |mdlsjtxt=ῥᾰνίς, ίδος, ἡ, [[ῥαίνω]]<br />a [[drop]], Eur.; a [[rain]]-[[drop]], Ar. | ||
}} | |||
{{FriskDe | |||
|ftr='''ῥανίς''': [[ῥαντήρ]]<br />{rhanís}<br />'''See also''': s. [[ῥαίνω]].<br />'''Page''' 2,642 | |||
}} | }} |
Revision as of 15:50, 2 October 2019
English (LSJ)
ίδος, ἡ, (ῥαίνω)
A drop, πέτρην κοιλαίνει ῥ. ὕδατος ἐνδελεχείῃ Choeril.10, cf. Acus.4 J.; ὑγραὶ ῥ. E.Ion 106 (anap.); δρόσου Id.Andr.227, LXX Wi.11.22; ῥ. βέβληκέ με a rain-drop, Ar.Ach.171, cf. Arist.Mete.349b31, 374a9. 2 semen virile, AP10.45 (Pall.). 3 metaph., drop, spot, τὰ πτίλα ἔχει ῥανίδας Ael.NA17.23, cf. 38; αἱ τοῦ χρυσοῦ ῥ. Philostr.VA3.48.
German (Pape)
[Seite 833] ίδος, ἡ, das Gespritzte, Geträufelte, der Tropfen; δρόσου, Eur. Andr. 236; ῥανίσιν αἱματοῤῥύτοις θανοῦσαν, I. A. 1515, u. öfter; ῥανὶς βέβληκέ με, Ar. Ach. 171; sp. D., wie Pallad. 122 (X, 45); Arist. meteor. 1, 13.
Greek (Liddell-Scott)
ῥᾰνίς: -ίδος, ἡ, (ῥαίνω) ὡς τὸ τοῦ Ὁμήρου ῥαθάμιγξ, σταγών, «σταλαγματιά», πέτραν κοιλαίνει ῥ. ὕδατος ἐνδελεχείῃ Χοιρίλ. 9 (σ. 169 Näke)· ὑγραὶ ῥ. Εὐρ. Ἀνδρ. 227· δρόσου Ἴων 106· ἡ ῥ. βέβληκέ με, σταγὼν βροχῆς, Ἀριστοφ. Ἀχ. 171, πρβλ. Ἀριστ. Μετεωρ. 1. 13. 10., 3. 4, 17. 2) τὸ ἀνδρικὸν σπέρμα, ἐξ ἀκολάστου λαγνείας γέγονας καὶ μιαρᾶς ῥανίδος Ἀνθ. Π. 10. 45. 3) μεταφορ., στίγμα, τὰ πτίλα ἔχει ῥανίδας οἱονεὶ κρόκῳ παρεικασμένας Αἰλ. π. Ζ. 17. 23· πέτραι ἑστιγμέναι ταῖς τοῦ χρυσοῦ ῥανίσιν Φιλόστρ. 134.
French (Bailly abrégé)
ίδος (ἡ) :
1 goutte d’eau, goutte de pluie, goutte de sang;
2 p. anal. petite tache, petit point.
Étymologie: ῥαίνω.
Greek Monolingual
Greek Monotonic
ῥᾰνίς: -ίδος, ἡ (ῥαίνω), σταγόνα, σε Ευρ.· σταγόνα βροχής, σε Αριστοφ.
Russian (Dvoretsky)
ῥᾰνίς: ίδος (ῐδ) ἡ капля Eur., Arph., Arst., Anth.
Frisk Etymological English
ῥαντήρ See also: s. ῥαίνω.
Middle Liddell
ῥᾰνίς, ίδος, ἡ, ῥαίνω
a drop, Eur.; a rain-drop, Ar.