Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

στίγμα

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523
Full diacritics: στῐγμα Medium diacritics: στίγμα Low diacritics: στίγμα Capitals: ΣΤΙΓΜΑ
Transliteration A: stígma Transliteration B: stigma Transliteration C: stigma Beta Code: sti/gma

English (LSJ)

ατος, τό,

   A tattoo-mark, Hdt.5.35, Arist.HA585b33, GA721b32, IG42(1).121.48, al. (Epid., iv B.C.), Polyaen.1.24; σ. ἱρά, showing that the persons so marked were devoted to the service of the temple, Hdt. 2.113; esp. of a slave, Pl.Com.187, Ps.-Phoc.225, Cod.Theod.10. 22.4; or a soldier, ibid., Aët.8.12; στίγματα ἐξαίρει βατράχειον καταπλασθέν Dsc.Eup. 1.110: so metaph., σ. Ἰησοῦ Ep.Gal.6.17 (pl.); ἀνωφελῆ σ., of inscribed laws, D.Chr.80.5.    2 generally, mark, spot, as on the dragon's skin, Hes.Sc.166, cf. Paus.8.2.7, 8.4.7.    3 stud, LXX Ca.1.11.    4 σ. χρυσοῦν colour of gold, Ps.Democr. ap.Zos.Alch.p.119 B., cf.p.126 B.    5= cicatricis signum, Gloss.    6 (ϛ) is a ligature of the Greek letters sigma (Σ) and tau (Τ), which was used in writing Greek between the Middle Ages and the 19th century. It is also used as a numeral symbol for the number 6. In this unrelated function, it is a continuation of the old letter digamma (originally Ϝ, cursive form Greek Digamma), which had served as a numeral since antiquity and was conflated with the σ-τ ligature in the minuscule handwriting of the Middle Ages.

German (Pape)

[Seite 943] τό, der Stich, der. mit einem spitzigen Werkzeuge gemachte Punkt, Arist. H. A. 7, 6, – Zeichen, Brandmal, Her. 7, 233; – von den Flecken auf der Haut des Drachen Hes. Sc. 166, wo Herm. στιγμαί lesen will.

Greek (Liddell-Scott)

στίγμα: τό, (στίζω) τὸ κέντημα τῆς αἰχμῆς ὀξέως ἐργαλείου, σημεῖον ὅπερ ἀφίνει, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 7. 6, 6· στ. ἐγγράφειν κεφαλῇ Πολύαιν. 1. 24· μάλιστα δὲ σημεῖον ἀνεξίτηλον διὰ καυτηριασμοῦ, στ. ἱρά, δεικνύοντα ὅτι οἱ φέροντες αὐτὰ ἀνῆκον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ναοῦ, Ἡρόδ. 2. 113, πρβλ. 5. 35 καὶ ἴδε στίζω· μάλιστα ἐπὶ δρεπάνου δούλου, Πλάτ. Κωμικ. ἐν «Ὑπερβόλῳ» 2 (πρβλ. Ἐπιστ. πρ. Γαλ. Ϛ΄, 17). 2) καθόλου, σημεῖον, οἷον ἐπὶ τοῦ δέρματος τοῦ δράκοντος, Ἡσ. Ἀσπ. Ἡρ. 166 (ἔνθα ὁ Ἕρμανν. προκρίνει τὴν γραφὴν στιγμαὶ δ᾿ ὡς ἐπέφαντο .. κυάνεαι κατὰ νῶτα).

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
1 piqûre, marque sur la peau, particul. marque au fer rouge ; tatouage;
2 t. de gramm. virgule, ponctuation;
3 t. de géom. point (concurrencé par σημεῖον);
4 le signe numérique Ϛ, 6.
Étymologie: στίζω.

English (Strong)

from a primary stizo (to "stick", i.e. prick); a mark incised or punched (for recognition of ownership), i.e. (figuratively) scar of service: mark.

English (Thayer)

στιγματος, τό (from στίζω to prick; (cf. Latin stimulus, etc.; German stechen, English stick, sting, etc.; Curtius, § 226)), a mark pricked in or branded upon the body. According to ancient oriental usage, slaves and soldiers bore the name or stamp of their master or commander branded or pricked (cut) into their bodies to indicate what master or general they belonged to, and there were even some devotees who stamped themselves in this way with the token of their gods (cf. Deyling, Observations, iii., p. 423ff); hence, τά στίγματα τοῦ (κυρίου so ) Ἰησοῦ, the marks of (the Lord) Jesus, which Paul in Lightfoot s Commentary on Galatians , the passage cited). (Herodotus 7,233; Aristotle, Aelian, Plutarch, Lcian, others.)

Greek Monolingual

το, ΝΜΑ στίζω
1. το αποτέλεσμα του στίζω, το ανεξίτηλο σημείο που απομένει στο δέρμα από χάραγμα με οξύ όργανο ή από έγκαυση με πυρακτωμένο αντικείμενο, σημάδι (α. «όλα τα ζώα είχαν στίγματα από καυτό σίδερο» β. «οἷον ἔχοντός τινος στίγμα ἐν τῷ βραχίονι», Αριστοτ.)
2. το αποτύπωμα που απομένει στο δέρμα από τραύμα, από εξάνθημα ή εξέλκωση, ουλή
3. (κατ' επέκτ.) μικρό έγχρωμο σημείο, ιδίως σε δέρμα ζώου, σε φτερό εντόμου ή πτηνού, βούλλα (α. «έχει στα φτερά της μικρά κόκκινα στίγματα» β. «τοῑς γρυψὶ στίγματα ὁποῑα καὶ ταῑς παρδάλεσιν εἶναι», Παυσ.)
4. το γραφικό σύμπλεγμα ς' που δηλώνει τον αριθμό στ' ή έξι
νεοελλ.
1. κηλίδα, λεκές
2. ιατρ. κλινικό ή βιολογικό σημείο με μόνιμο χαρακτήρα το οποίο είναι τυπικό για ορισμένη νόσο ή παθολογική κατάσταση της οποίας αποκαλύπτει την ύπαρξη («στίγμα μεσογειακής αναιμίας»)
3. βοτ. το κορυφαίο επάκριο τμήμα του υπέρου τών αγγειοσπέρμων το οποίο δέχεται τη γύρη κατά την επικονίαση και πάνω στο οποίο εκβλαστάνει ο γυρεόκοκκος
4. ζωολ. α) σωματίδιο το οποίο περιέχει τη χρωστική καροτένιο και βρίσκεται στη βάση του μαστιγίου ορισμένων φωτοσυνθετικών πρωτοζώων
β) μικροσκοπικό άνοιγμα το οποίο δημιουργούν τα μεταναστευτικά κύτταρα του οργανισμού όταν διασχίζουν τα ενδοθηλιακά κύτταρα κατά τη διάρκεια της διαπήδησης
γ) αναπνευστικό άνοιγμα τών εντόμων στο άκρο ενός, λιγότερο ή περισσότερο, διακλαδισμένου τραχειακού σωληναρίου
5. ναυτ. η θέση ενός πλοίου πάνω στον χάρτη σε δεδομένη χρονική στιγμή
6. μτφ. ηθική μείωση, ντροπή, όνειδος («η ενέργεια του υπουργού αυτού αποτελεί στίγμα για ολόκληρη την κυβέρνηση»)
7. φρ. α) «στίγμα ακτοπλοϊκό»
ναυτ. το στίγμα που προσδιορίζεται με τη λήψη διοπτεύσεων σημείων της ακτής
β) «στίγμα αναμέτρησης»
ναυτ. το στίγμα που προσδιορίζεται με βάση την πορεία και την απόσταση που διανύθηκε
γ) «στίγμα αστρονομικό»
ναυτ. το στίγμα που προσδιορίστηκε με μεθόδους της αστρονομικής ναυτιλίας
δ) «στίγματα επαγγελματικά»
ιατρ. τα χαρακτηριστικά του επαγγέλματος σημεία που βρίσκονται πάνω στο ανθρώπινο σώμα
ε) «στίγμα ραδιοναυτιλίας»
(αερ.-ναυτ.) στίγμα που προσδιορίστηκε με ραδιοναυτιλιακά βοηθήματα
αρχ.
1. ήλος («ὁμοιώματα χρυσίου ποιήσομέν σοι μετὰ στιγμάτων ἀργυρίου», ΠΔ)
2. μτφ. πάθημα, πληγή («ἐγὼ γὰρ τὰ στίγματα τοῡ... Ἰησοῡ ἐν τῷ σώματι μου βαστάζω», ΚΔ)
3. φρ. α) «στίγματα ἱερά» — σημάδια που έδειχναν ότι εκείνοι που τά είχαν ανήκαν στην υπηρεσία ενός ναού (Ηρόδ.)
β) «στίγμα χρυσοῡν» — το χρώμα του χρυσού (Ψ Δημόκρ.).

Greek Monotonic

στίγμα: -ατος, τό (στίζω), σημάδι που δημιουργείται από πυρακτωμένη βελόνα ή εργαλείο με οξεία απόληξη, τατουάζ, σημάδεμα, σε Ηρόδ., Κ.Δ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

στίγμα -ατος, τό [στίζω] markering (op de huid aangebracht), vooral tatoeage, brandmerk; van de verwondingen van Christus. NT Gal. 6.17.

Russian (Dvoretsky)

στίγμα: ατος τό
1) наколотая отметка, вытатуированный знак Her., Arst., Diod., Plut.;
2) (выжженное) клеймо Her.;
3) пятно, крапинка (sc. τοῦ δράκοντος Hes.);
4) рана, язва (ἐν τῷ σώματι NT).

Middle Liddell

στίγμα, ατος, τό, στίζω
the mark of a pointed instrument, a tattoo-mark, brand, Hdt., NTest.

Chinese

原文音譯:st⋯gma 士提格馬
詞類次數:名詞(1)
原文字根:尖銳物(刺皮烙印) 相當於: (נְקֻדָּה‎)
字義溯源:(雕刻出或壓打的)印記,記號,烙印,刺花;源自(στιγμή)X*=杖,戳)。比較: (χάραγμα)=印記,雕刻
出現次數:總共(1);加(1)
譯字彙編
1) 印記(1) 加6:17