συνεξαμαρτάνω: Difference between revisions

From LSJ

κρείσσων γὰρ ἦσθα μηκέτ' ὢν ἢ ζῶν τυφλός → thou wert better not alive, than living blind | you were better not alive, than living blind

Source
m (Text replacement - "(?s)({{ls\n\|lstext.*}}\n)({{bailly.*}}\n)" to "$2$1")
m (Text replacement - "(?s)({{ls\n\|lstext.*}}\n)({{.*}}\n)({{elru.*}}\n)({{elnl.*}}\n)" to "$4$3$2$1")
Line 13: Line 13:
|btext=se tromper <i>ou</i> faillir avec, τινι.<br />'''Étymologie:''' [[σύν]], [[ἐξαμαρτάνω]].
|btext=se tromper <i>ou</i> faillir avec, τινι.<br />'''Étymologie:''' [[σύν]], [[ἐξαμαρτάνω]].
}}
}}
{{ls
{{elnl
|lstext='''συνεξᾰμαρτάνω''': [[ἁμαρτάνω]], σφάλλομαι [[ὁμοῦ]] μετά τινος, Θουκ. 3. 43, Λυσί. 97. 29, κτλ.· τινι, μετά τινος, Ἰσοκρ. 119Ε, Δημ., κλπ.· μετά τινος Ἀντιφῶν 138. 18· σ. τοῖς ἀσεβήμασί τινος Πολύβ. 5. 11, 1.
|elnltext=συνεξαμαρτάνω, Att. ook ξυνεξαμαρτάνω mede een grote fout maken, samen een wandaad begaan; met dat. met iem.. Lys. 3.12.
}}
{{elru
|elrutext='''συνεξᾰμαρτάνω:'''<br /><b class="num">1)</b> [[вместе заблуждаться]], [[совершать те же ошибки]] Thuc.;<br /><b class="num">2)</b> [[вместе совершать грех]], [[участвовать в преступлении]], [[быть сообщником]] (τινί Isocr., Dem.): τοῖς ἀσεβήμασί τινος σ. Polyb. быть участником чьих-л. гнусных преступлений.
}}
}}
{{grml
{{grml
Line 22: Line 25:
|lsmtext='''συνεξᾰμαρτάνω:''' μέλ. <i>-αμαρτήσομαι</i>, έχω [[μερίδιο]] ευθύνης σε κάποιο [[ατόπημα]], σε Θουκ. κ.λπ.· <i>τινί</i>, [[σφάλλω]] από κοινού με κάποιον, σε Δημ. κ.λπ.
|lsmtext='''συνεξᾰμαρτάνω:''' μέλ. <i>-αμαρτήσομαι</i>, έχω [[μερίδιο]] ευθύνης σε κάποιο [[ατόπημα]], σε Θουκ. κ.λπ.· <i>τινί</i>, [[σφάλλω]] από κοινού με κάποιον, σε Δημ. κ.λπ.
}}
}}
{{elru
{{ls
|elrutext='''συνεξᾰμαρτάνω:'''<br /><b class="num">1)</b> [[вместе заблуждаться]], [[совершать те же ошибки]] Thuc.;<br /><b class="num">2)</b> [[вместе совершать грех]], [[участвовать в преступлении]], [[быть сообщником]] (τινί Isocr., Dem.): τοῖς ἀσεβήμασί τινος σ. Polyb. быть участником чьих-л. гнусных преступлений.
|lstext='''συνεξᾰμαρτάνω''': [[ἁμαρτάνω]], σφάλλομαι [[ὁμοῦ]] μετά τινος, Θουκ. 3. 43, Λυσί. 97. 29, κτλ.· τινι, μετά τινος, Ἰσοκρ. 119Ε, Δημ., κλπ.· μετά τινος Ἀντιφῶν 138. 18· σ. τοῖς ἀσεβήμασί τινος Πολύβ. 5. 11, 1.
}}
{{elnl
|elnltext=συνεξαμαρτάνω, Att. ook ξυνεξαμαρτάνω mede een grote fout maken, samen een wandaad begaan; met dat. met iem.. Lys. 3.12.
}}
}}
{{mdlsj
{{mdlsj
|mdlsjtxt=fut. -αμαρτήσομαι<br />to [[have]] [[part]] in a [[fault]], Thuc., etc.; τινί with one, Dem., etc.
|mdlsjtxt=fut. -αμαρτήσομαι<br />to [[have]] [[part]] in a [[fault]], Thuc., etc.; τινί with one, Dem., etc.
}}
}}

Revision as of 22:25, 2 October 2022

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: συνεξᾰμαρτάνω Medium diacritics: συνεξαμαρτάνω Low diacritics: συνεξαμαρτάνω Capitals: ΣΥΝΕΞΑΜΑΡΤΑΝΩ
Transliteration A: synexamartánō Transliteration B: synexamartanō Transliteration C: syneksamartano Beta Code: sunecamarta/nw

English (LSJ)

err along with, share in a fault, Th.3.43, Lys.3.12, etc.; τισι with them, Isoc.6.19, D.61.19, Chrysipp. Stoic.2.38, etc.; μετά τινος Antipho 5.76; σ. τοῖς Αἰτωλῶν ἀσεβήμασιν Plb.5.11.1.

French (Bailly abrégé)

se tromper ou faillir avec, τινι.
Étymologie: σύν, ἐξαμαρτάνω.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

συνεξαμαρτάνω, Att. ook ξυνεξαμαρτάνω mede een grote fout maken, samen een wandaad begaan; met dat. met iem.. Lys. 3.12.

Russian (Dvoretsky)

συνεξᾰμαρτάνω:
1) вместе заблуждаться, совершать те же ошибки Thuc.;
2) вместе совершать грех, участвовать в преступлении, быть сообщником (τινί Isocr., Dem.): τοῖς ἀσεβήμασί τινος σ. Polyb. быть участником чьих-л. гнусных преступлений.

Greek Monolingual

Α ἐξαμαρτάνω
πέφτω σε πλάνη μαζί με άλλον.

Greek Monotonic

συνεξᾰμαρτάνω: μέλ. -αμαρτήσομαι, έχω μερίδιο ευθύνης σε κάποιο ατόπημα, σε Θουκ. κ.λπ.· τινί, σφάλλω από κοινού με κάποιον, σε Δημ. κ.λπ.

Greek (Liddell-Scott)

συνεξᾰμαρτάνω: ἁμαρτάνω, σφάλλομαι ὁμοῦ μετά τινος, Θουκ. 3. 43, Λυσί. 97. 29, κτλ.· τινι, μετά τινος, Ἰσοκρ. 119Ε, Δημ., κλπ.· μετά τινος Ἀντιφῶν 138. 18· σ. τοῖς ἀσεβήμασί τινος Πολύβ. 5. 11, 1.

Middle Liddell

fut. -αμαρτήσομαι
to have part in a fault, Thuc., etc.; τινί with one, Dem., etc.