опережать
From LSJ
Ἔπαινον ἕξεις, ἂν κρατῇς, ὧν δεῖ κρατεῖν → Laus est, si, quibus est imperandum, tu imperes → Lob hast du, wenn du herrschst, worüber zu herrschen gilt
Russian > Greek
ἐκφέρω, προέρχομαι, παραλλάσσω, παρατρέχω, προθέω, προτρέχω, ὑπερπαίω, ὑπεκπροθέω, ὑποθέω, ὑπερτρέχω, καταταχέω, προεντυγχάνω, παραφθάνω, παρατροχάζω, προΐστημι, παραπίπτω, ὑπερπηδάω, προκαταταχέω, παραμείβω, ὑπεκφέρω, προαίρω, ὑποφθάνω, παρέρχομαι, ὑπερβάλλω, προτρέπω, προβάλλω, παραφέρω, προφέρω, προτερέω