Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὑποστένω

From LSJ
Revision as of 02:20, 31 December 2018 by Spiros (talk | contribs) (6)

Ζῆν οὐκ ἄξιος, ὅτῳ μηδὲ εἷς ἐστι χρηστὸς φίλοςLife is not worth living if you do not have at least one friend.

Democritus, DK 68b22
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ὑποστένω Medium diacritics: ὑποστένω Low diacritics: υποστένω Capitals: ΥΠΟΣΤΕΝΩ
Transliteration A: hyposténō Transliteration B: hypostenō Transliteration C: yposteno Beta Code: u(poste/nw

English (LSJ)

   A moan in a low tone, S.El.79; ὑποστένοι μέντἂν ὁ . . λεώς would grumble, Ar.Ach.162, cf. Charito 6.2; gloss on ὑποστεναχίζω, Sch.Il.Oxy.1086.45.

Greek (Liddell-Scott)

ὑποστένω: στενάζω χαμηλοφώνως, ἀρχίζω νὰ στενάζω, Σοφ. Ἠλ. 79· ὑπογογγύζω, ἀγανακτῶ, ὑποστένοι μεντἂν ὁ θρανίτης λεὼς Ἀριστοφ. Ἀχ. 162· πρβλ. ὑποστενάζω.

French (Bailly abrégé)

seul. prés.
pousser des gémissements sourds et étouffés.
Étymologie: ὑπό, στένω.

Greek Monolingual

Α
1. στενάζω ήρεμα
2. γογγύζω («ὑποστένοι μεντἂν ὁ θρανίτης λεώς», Αριστοφ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο)- + στένω «στενάζω»].

Greek Monotonic

ὑποστένω: αναστενάζω χαμηλόφωνα, αρχίζω να αναστενάζω, σε Σοφ.· γογγύζω, αγανακτώ, σε Αριστοφ.