εὐδιάω
χλανίσι δὲ δὴ φαναῖσι περιπεπεµµένοι καὶ µαστίχην τρώγοντες, ὄζοντες µύρου. τὸ δ’ ὅλον οὐκ ἐπίσταµαι ἐγὼ ψιθυρίζειν, οὐδὲ κατακεκλασµένος πλάγιον ποιήσας τὸν τράχηλον περιπατεῖν, ὥσπερ ἑτέρους ὁρῶ κιναίδους ἐνθάδε πολλοὺς ἐν ἄστει καὶ πεπιττοκοπηµένους → Dressed up in bright clean fine cloaks and nibbling pine-thistle, smelling of myrrh. But I do not at all know how to whisper, nor how to be enervated, and make my neck go back and forth, just as I see many others, kinaidoi, here in the city, do, and waxed with pitch-plasters.
English (LSJ)
Ep. part. εὐδιόων, (εὔδιος)
A to be fair or calm, of sea and weather, κόλπος A.R.2.371; [ἄνεμος] Opp.H.3.58; πάντῃ Διὸς -όωντος Arat.899; of persons, to enjoy such weather, A.R.2.903.
German (Pape)
[Seite 1062] (vgl. εὐδία), still, heiter sein, nur partic. praes. bei sp. D.; vom Meere, ruhig sein, Ap. Rh. 2, 371 Opp. Cyn. 1, 13; von den Seefahrern, τέμνον πλόον εὐδιόωντες 1, 424; ἄνεμος εὐδιόων Hal. 3, 58; vom Vogel, der nicht die Flügel schwingt, sondern ruhig schwebt, εὐκήλοισιν εὐδιόων πτερύγεσσιν Ap. Rh. 2, 935. Vgl. εὐδιάζω.
Greek (Liddell-Scott)
εὐδιάω: Ἐπικ. μετοχ. εὐδιόων (εὔδιος), εἶμαι γαλήνιος, ἐπὶ θαλάσσης καὶ καιροῦ, κόλπῳ ἐν εὐδιόωντι Ἀπολλ. Ρόδ. Β. 371· ἄνεμος… ὅς κεν ἄῃσιν ἤπιος, εὐδιόων Ὁππ. Ἁλ. 3. 58, πρβλ. Ἄρατ. 899· ἐπὶ θαλασσοπλοούντων, πλέω μὲ οὔριον ἄνεμον, Ἀπολλ. Ροδ. Β. 903· πρβλ. διαύω.