Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πλέω

Cras amet qui numquam amavit quique amavit cras amet -> May he love tomorrow who has never loved before; And may he who has loved, love tomorrow as well
Pervigilium Veneris
Full diacritics: πλέω Medium diacritics: πλέω Low diacritics: πλέω Capitals: ΠΛΕΩ
Transliteration A: pléō Transliteration B: pleō Transliteration C: pleo Beta Code: ple/w

English (LSJ)

Ep. πλείω Od.15.34, 16.368: Ep. impf.

   A ἀπ-έπλειον 8.501: also Ep.and Ion. πλώω (v. infr.): Att. contr. imper. πλεῖ E.Tr.102(anap.): fut. πλεύσομαι Od.12.25, Il.11.22 (ἀνα-), Hdt.2.29, Th.6.104, etc.; later πλευσοῦμαι SIG402.27 (Chios, iii B. C.), found in codd. of Th.1.143, 8.1, (ἐπεσ-) Id.4.13, (συνεκ-) Lys.13.25, (ἀπο-) Pl.Hp.Ma.370d, 371b, (συμ-) Isoc.17.19, etc.; Dor. πλευσοῦμαι Theoc.14.55; but 3pl. πλεύσονται GDI5120B11,13 (Crete, iii B. C.); πλεύσω Philem. 116 (S.V.l.), Plb.2.12.3, AP11.162 (Nicarch.), 245 (Lucill.), OGI572.30 (Lycia, ii/iii A.D.), etc.: aor. 1 ἔπλευσα A.Ag.691 (lyr.), etc.: pf. πέπλευκα S.Ph.404, etc.:—Pass., fut. πλευσθήσομαι (περι-) Arr.An.5.26.2: aor. ἐπλεύσθην ib.6.28.6, Babr.71.3: pf. πέπλευσμαι X.Cyr.6.1.16, D.56.12: Hom. uses only pres., impf., and fut. πλεύσομαι (v. supr.).—Of the Ion. πλώω, Hom. uses opt. πλώοιεν Od.5.240, part. ἐπι-πλώων ib.284, πλώων h.Hom.22.7: impf. πλῶον Il.21.302; also shortd. aor. ἔπλων, ως, ω, part. πλώς, in the compds. ἀπ-έπλω, ἐπ-έπλως, part. ἐπιπλώς, παρέπλω; and Hes. has ἐπ-έπλων; the pres., impf., and fut. forms occur as vv.ll. in Hdt., inf. πλώειν 4.156, part. πλωούσας 8.10,22,42: impf. ἔπλωον ib.41; Iterat. πλώεσκον Q.S.14.656: fut. πλώσομαι (ἀπο-) Hdt.8.5 (πλώσω Lyc.1044); but the aor. 1 forms are read in Hdt., ἔπλωσα 4.148; inf. πλῶσαι 1.24; part. πλώσας 4.156, 8.49 (also once in Hom. in compd. ἐπι-πλώσας Il. 3.47): pf. παρα-πέπλωκα Hdt.4.99; πέπλωκα occurs E.Hel.532, Ar. Th.878 (paratrag.).—Only εε and εει are contracted in Att. (πλέει is f.l. in Th.4.28, and πλέετε v.l. in X.An.7.6.37). [Hom. uses πλέων as monosyll., πλέων ἐπὶ οἴνοπα πόντον Od.1.183]:—sail, go by sea, Λακεδαίμονος ἐξ ἐρατεινῆς Il.3.444; Ἰλιόθεν 14.251; ἐπὶ Κέρκυραν Th. 1.53; εὐθὺ Λέσβου X.HG1.2.11; π. ἐπὶ [σῖτον] to fetch it, Id.Oec.20.27; ἐπί τι IG12.105.9; μετὰ [νάκος] Pi.P.4.69; εἰς Ἐρέτριαν ἐπ' ἄνδρας Pl. Mx.240b; more fully, ἐνὶ πόντῳ νηῒ θοῇ πλείοντες Od.16.368; νηῒ… πλέων ἐπὶ οἴνοπα πόντον Il.7.88; πλέεν… ποντοπορεύων Od.5.278; ἐν τῇ νηΐ Pl.R.341d; ἐν τῇ θαλάττῃ ib.346b; ἐπλέομεν βορέῃ ἀνέμῳ Od.14.253; αὔρᾳ A.Ag.691 (lyr.): c. acc. cogn., πλεῖθ' ὑγρὰ κέλευθα sail the watery ways, Od.3.71; πλεῖν τὴν θάλατταν And.1.137, Lys.6.19, Isoc.8.20, Antiph.100:—Pass., τὸ πεπλευσμένον [πέλαγος] X.Cyr.6.1.16, cf. Babr.71.3; πλεῖται ἡ θάλασσα Muson.Fr.18 B p.104 H.; also π. στόλον τόνδε S.Ph.1038; τοῦ πλοῦ τοῦ πεπλευσμένου D. 56.12: metaph., πλεῖν ὑφειμένῃ δοκεῖ, cf. ὑφίημι 111: prov., ὁ μὴ πεπλευκὼς οὐδὲν ἑόρακεν κακόν Posidipp.22; ἐπὶ γῆς μὴ πλεῖν when on land do not be at sea, i.e. avoid the hazards of tax-farming, etc., Pythag. ap. Clem.Al.Strom.5.5.28.    II of ships, Il.9.360; νέας ἄμεινον πλεούσας Hdt.8.10, etc.; ὑπὸ τριήρους… εὖ πλεούσης ἐπεδιώκοντο Th.7.23; ἡ ναῦς ἄριστά μοι ἔπλει Lys.21.6; ἔφευγε ταῖς ναυσὶν εὖ πλεούσαις X.HG1.6.16; τριήρης ταχὺ π. Id.Oec.8.8.    2 of other things, swim, float, τεύχεα καλὰ… πλῶον καὶ νέκυες Il.21.302; δένδρεα... τά οἱ πλώοιεν ἐλαφρῶς Od.5.240; [νῆσος] πλέουσα Hdt.2.156.    3 to be conveyed by sea, [σκῦλα] πλέοντα Th.3.114.    4 metaph., ταύτης ἔπι πλέοντες ὀρθῆς while [the ship of] our country bearing us is on an even keel, S.Ant.190; οὐδ' ὅπως ὀρθὴ πλεύσεται (sc. ἡ πόλις) προείδετο D.19.250; πάντα ἡμῖν κατ' ὀρθὸν πλεῖ Pl.Lg.813d; θεοῦ θέλοντος κἂν ἐπὶ ῥιπὸς πλέοις E.Fr.397; also κέρδους ἕκατι κἂν ἐπὶ ῥιπὸς πλέοι Ar.Pax699. (With πλε (ϝ) -, πλευ- cf. Skt. plávate 'float', 'swim', Lat. pluit; with πλω- cf. Goth. flōdus 'river', 'flood', OE. flćwan 'flow'.)

German (Pape)

[Seite 631] att. zsgzgn aus πλέονα, acc. sing. u. nom. u. acc. plur. von πλέων. (πλυ, pluo, fluo, fließen, vgl. πλύνω), fut. πλεύσομαι, gew. πλευσοῦμαι, aor. ἔπλευσα, perf. πέπλευκα, u. pass. πέπλευσμαι, aor. pass. ἐπλεύσθην, ep. u. ion. Nebenformen sind πλείω u. πλώω, d. m. s., – schiffen, zu Schiffe fahren; Hom. nur praes. u. imm., ὅτε σε πρῶτον Λακεδαίμονος ἐξ ἐρατεινῆς ἔπλεον ἁρπάξας, Il. 3, 444, u. öfter; auch mit, Zusätzen, wie ἐνὶ πόντῳ, ἐπὶ πόντον, ποντοπορεύων, u. c. accus., πόθεν πλεῖθ' ὑγρὰ κέλευθα, Od. 3, 71 u. öfter, ihr fahret die nassen Pfade, wie man ἰέναι ὁδόν sagt, u. womit τὸ πεπλευσμένον bei Xen. Cyr. 6, 1, 16 im Ggstz von ἄπλευστος zu vergleichen, πλεῖν τὴν θάλασσαν, Hell. 4, 8, 6, ἡ θάλαττα πλεομένη, Luc. Prom. 14, auch τοῦ πλοῦ πεπλευσμένου, der gethanen Fahrt; auch πλεῖν τὰ πελάγη, Pol. 3. 4. 10, μετὰ κεῖνο πλευσάντων Μινυᾶν, Pind. P. 4, 69; aor., Aesch. Ag. 676 Suppl. 725; π ρὸς ἡμᾶς πεπλεύκατε Soph. Phil. 402, u. öfter; Eur. u. Comic.; Her. hat gew. die Form πλώω, aber 2, 96. 156. 3, 135. 4, 89 erkennen alle Handschriften die Form mit ε an, πλεῖ ἐν τῇ νηΐ, Plat. Rep. I, 341 d; ἐν τῇ θαλάττῃ, ib. 346 b; auch vom Schiffe, ναῦς ἐν θαλάττῃ πλέουσα, Legg. VI. 758 a; πλεύσας εἰς Ἐρετρίαν ἐπ' ἄνδρας, Menez. 240 b; Folgde. – Spätere Dichter scheinen es allgemein von Reisen auch zu Lande gebraucht zu haben, Schol. Nic. Ther. 295; – schwimmen, wie νέω, Her. 2, 156. – Uebh. schwanken, wanken, von Allem, was nicht fest steht, ἔπλεον ὀλισθαίνον, τες ἀμφοτέροις τοῖς ποσί. Pol. 3, 55, 2, zw. – Zu bemerken ist, daß bei diesem Worte auch die Zusammenziehung in ει von den Attikern oft vernachlässigt wird, z. B. Thuc. 4, 28, Bekk.

Greek (Liddell-Scott)

πλέω: Ἰωνικ. πλείω Ὀδ. Ο. 34, Π. 308· Ἰωνικ. παρατατ. ἀπ- έπλειον Θ. 501· ἕτερος Ἰωνικ. τύπος εἶναι πλώω (ἴδε κατωτέρ.)· Ἀττικ. συνῃρ. προστακτ. πλεῖ Εὐριπ. Τρῳ. 103 (ἴδε Κόντου Γλωσσ. Παρατηρήσεις σελ. 199)· ― μέλλ. πλεύσομαι Ὀδ. Μ. 25, Ἡρόδ., Ἀττ.· Δωρ. πλευσοῦμαι Θεόκρ. 14. 55, καὶ ὁ τύπος οὗτος ἀπαντᾷ (ἴσως ἐσφαλμένως) ἐν τοῖς Ἀντιγράφοις τῶν Ἀττικῶν συγγραφέων, Θουκ. 1. 143., 8. 1, Ξεν. Ἀν. 5. 1, 10, κτλ.· ἐνεργ. πλεύσω παρὰ μεταγεν. συγγραφ., Φιλήμων ἐν Ἀδήλ. 2, Πολύβ. 2. 12, 3, Ἀνθ. Π. 11. 162, 245, Πολύβ., κτλ.· ― ἀόρ. α΄ ἔπλευσα, Ἀττ.· ― πρκμ. πέπλευκα Ἀττ.· ― Παθ., μέλλ. πλευσθήσομαι (περι-) Ἀρρ. Ἀν. 5. 26· ἀόρ. ἐπλεύσθην αὐτόθι 28, Βάβρ. 71. 3· πρκμ. πέπλευσμαι Ξεν. Κύρ. 6. 1, 15, Δημ. 1286, ἐν τέλ.· ― ὁ Ὅμ. μεταχειρίζεται μόνον τὸν ἐνεστ., παρατ. καὶ μέλλ. πλεύσομαι Ὀδ. Μ. 25, (ἀνα-) Ἰλ. Λ. 22. ― Τοῦ Ἰων. πλώω, ὁ Ὅμ. μεταχειρίζεται μόνον εὐκτ. πλώοιεν, Ὀδ. Ε. 240· (μετοχ. πλώων, Ὕμν. Ὁμ. 22. 7)· παρατ. πλῶον, Ἰλ. Φ. 302· ἔχει δὲ καὶ συγκεκομμ. ἀόρ. ἔπλων, ως, ω, μετοχ. πλώς, ἐν τοῖς συνθέτοις ἀπέπλω, ἐπέπλως, μετοχ. ἐπιπλώς, Ἰλ. Ζ. 291· ὁ δὲ Ἡσίοδ. ἔχει ἐπέπλων· ἐνῷ ὁ Ἡρόδ. ἔχει ἐνεστ. ἀπαρ. πλώειν, 4. 156, μετοχ. πλωούσας 8. 10, 22, 42· παρατ. ἔπλωον, 8. 41· μέλλ. πλώσομαι (ἀπο-) 8. 5, (πλώσω Λυκόφρ. 1044)· ἀόρ. α΄ ἔπλωσα 4. 148· ἀπαρ. πλῶσαι 1. 24· μετοχ. πλώσας 4. 156, ὅπερ ὡσαύτως ἀπαντᾷ ἅπαξ παρ’ Ὁμ. ἐν τῷ συνθέτῳ ἐπιπλώσας Ἰλ. Γ. 47· πρκμ. παραπέπλωκα Ἡρόδ. 4. 99· ― τῶν τύπων τούτων οὐδέποτε ἐγένετο χρῆσις παρὰ τοῖς Ἀττ., ἂν καὶ οἱ ἀντιγραφεῖς εἰσήγαγον τὸν τύπον πέπλωκα εἰς Εὐρ. Ἑλ. 532, Ἀριστοφ. Θεσμ. 878. ― Οἱ Ἀττικοὶ φαίνεται ὅτι συνῄρουν μόνον τὸ εε καὶ εει ἐν τῷ πλέω, ὡς ἐν τῷ χέω· καὶ αὕτη δὲ ἡ συναίρεσις ἐνίοτε παραμελεῖται ὑπὸ τῶν ἀντιγραφέων, οἷον πλέει διάφ. γραφ. παρὰ Θουκ. 4. 28· πλέετε ἐν Ξεν. Ἀν. 7. 6, 37. ― [Ὁ Ὅμ. ἔχει τὸ πλέων ὡς μονοσύλλαβον, πλέων ἐπὶ οἴνοπα πόντον, Ὀδ. Α. 103.] (Ἐκ τῆς √ΠΛΕϜ, ὡς φαίνεται ἐκ τοῦ μέλλ. πλεύσομαι, πλευστέον, πλευστικός· τὸ δὲ Ϝ ἐκπίπτει ἐν τῷ πλέω, πλόος, πλωτός, πλοῖον· πρβλ. ὡσαύτως πλύνω, πλυτός, κτλ.· Σανσκρ. plu, plav-ê (nato, navigo), plav-as (navis)· Λατιν. plu-it, pluv-ia· Σλαυ. plov-a (πλέω) plav-î (πλοῖον)· Γοτθ. flôdus (ποταμός)· Ἀγγλο-Σαξον. fleô-tan (float), fleot (Ἀρχ. Ἀγγλ. fleet = rivulus, ὡς ἐν τῷ North-fleet, κτλ.)· Ἀρχ. Γερμ. flew-iu (fluito)· ― ἀλλὰ περὶ τῶν fluo, fluito, flow, κτλ., ἴδε ἐν λ. φλέω). Πλέω, ταξειδεύω διὰ θαλάσσης, Λακεδαίμονος ἐξ ἐρατεινῆς Ἰλ. Γ. 444· Ἰλιόθεν Ξ. 251· ἐπὶ Κέρκυραν Θουκ. 1. 53· ἐπὶ Λέσβου Ξεν. Ἑλλ. 1. 2, 11· πλ. ἐπὶ σῖτον, ὅπως κομίσω σῖτον, Ξεν. Οἰκ. 20, 27· οὕτω, πλ. μετὰ νάκος Πινδ. Π. 4. 122· εἰς Ἐρέτριαν ἐπ’ ἄνδρας Πλάτ. Μενέξ. 240D· ― πληρέστερον ὁριζόμενον: ἐνὶ πόντῳ νηὶ θοῇ πλείοντες Ὀδ. Π. 368· νηί... πλέων ἐπὶ οἴνοπα πόντον Ἰλ. Η. 88· πλέε ποντοπορεύων Ὀδ. Ε. 278· οὕτω, πλ. ἐν νηὶ Πλάτ. Πολ. 341D· ἐν τῇ θαλάττῃ, ἐν τῷ πελάγει αὐτόθι 346Β, κτλ.· ἐπλέομεν βορέῃ ἀνέμῳ Ὀδ. Ξ. 253· αὔρᾳ Αἰσχύλ. Ἀγ. 692· ― μετὰ συστοίχ. αἰτ., ὑγρὰ κέλευθα πλεῖν Ὀδ. Γ. 71 (ὡς τὸ ἰέναι ὁδόν, κτλ.)· οὕτως ἀντὶ τοῦ πλέων ἐπὶ οἴνοπα πόντον Ὀδ. Α. 183, ὑπάρχει διάφ. γραφ. πλείων οἴνοπα π., ὡς τὸ πλεῖν θάλασσαν παρ’ Ἀνδοκ. 18. 3, Λυσ. 105. 4, Ἰσοκρ. 163Β, (καὶ ἐν τῷ παθ.) τὸ πεπλευσμένον πέλαγος Ξεν. Κύρ. 6. 1, 16, πρβλ. Βαβρ. 69. 3· οὕτω καί, πλ. στόλον τόνδε Σοφ. Φιλ. 1038· τοῦ πλοῦ τοῦ πεπλευσμένου Δημ. 1286 ἐν τέλ.· ― μεταφορ., πλεῖν ὑφειμένῃ δοκεῖ, πρβλ. ὑφίημι ΙΙΙ· ― παροιμ., ὁ μὴ πεπλευκὼς οὐδὲν ἑόρακεν κακὸν Ποσείδιππ. ἐν «Πορνοβοσκῷ» 1. 2) Οἱ ποιηταὶ φαίνεται ὅτι χρῶνται τῷ πλεῖν, καθόλου ἐπὶ τῆς σημασίας τοῦ «ταξειδεύειν» ἔτι καὶ ἐπὶ ὁδοιπορίας κατὰ ξηράν, ὡς οἱ Γάλλοι τῷ voyager, Σχόλ. εἰς Νικ. Θηρ. 295, Merrick Τρυφ. 614. ΙΙ. ἐπὶ πλοίων, Ἰλ. Ι. 360, Ἡρόδ., κτλ.· ὑπὸ τριήρους... εὖ πλεούσης ἐδιώκοντο Θουκ. 7. 23· ἡ ναῦς ἄριστά μοι ἔπλει Λυσ. 162. 13· ἔφευγε ταῖς ναυσὶν εὖ πλεούσαις Ξεν. Ἑλλ. 1. 6, 16· κατ’ ὀρθὸν πλ. Πλάτ. Νόμ. 813D. 2) ἐπὶ ἄλλων πραγμάτων, ἐπιπλέω, τεύχεα καλά... πλῶον καὶ νέκυες Ἰλ. Φ. 302· δένδρα..., τὰ οἱ πλώοιεν ἐλαφρῶς Ὀδ. Ε. 240· νῆσος πλέουσα Ἡρόδ. 2. 156· σκῦλα πλέοντα Θουκ. 3. 114. 3) μεταφορ., ταύτης ἔπι πλέοντες ὀρθῆς, ἐν ὅσῳ τηροῦμεν ὀρθῶς ἔχον τὸ πλοῖον τῆς πόλεως ἡμῶν, Σοφ. Ἀντ. 190· οὐδ’ ὅπως ὀρθὴ πλεύσεται (δηλ. ἡ πόλις) προείδετο Δημ. 419 ἐν τέλ.· πάντα ἡμῖν κατ’ ὀρθὸν πλεῖ Πλάτ. Νόμ. 813D· θεοῦ θέλοντος κἂν ἐπὶ ῥιπὸς πλέοις Ποιητ. παρὰ Ποιητ. παρὰ Πλουτ. 2. 405Α· ὡσαύτως, κέρδους ἕκατι κἂν ἐπὶ ῥιπὸς πλέοι Ἀριστοφ. Εἰρ. 699.

French (Bailly abrégé)

f. πλεύσομαι ou πλευσοῦμαι, ao. ἔπλευσα, pf. πέπλευκα;
Pass. ao. ἐπλεύσθην, pf. πέπλευσμαι;
1 naviguer, voguer en parl. de pers. ; πλοῦν πλεῖν PLUT faire une traversée ; πλεῖν ὑγρὰ κέλευθα OD parcourir en naviguant les routes humides ; τὴν θάλατταν XÉN la mer ; Pass. θάλαττα πλεομένη LUC mer sur laquelle on navigue;
2 en parl. de navires πλεῖν ταχύ XÉN être bonne marcheuse en parl. d’une trière;
3 en parl. de tout objet flottant (armes, arbres, etc.) : νῆσος πλέουσα HDT île flottante;
4 fig. naviguer, faire une traversée, càd se diriger bien ou mal.
Étymologie: R. Πλυ, baigner, > πλευ-, πλεϜ-, πλε- ; cf. lat. pluit.
2nom.-acc. plur. neutre att. de πλείων;
gén. de πλέως.

English (Autenrieth)

(πλέϝω), inf. πλείειν, part. πλέων (Od. 1.183), πλείοντες, ipf. ἔπλεον, πλέεν, fut. πλεύσεσθε: sail; as if trans., ὑγρὰ κέλευθα, Od. 3.71.

English (Slater)

πλέω
   1 sail μετὰ γὰρ κεῖνο πλευσάντων Μινυᾶν (P. 4.69) ἀλλ' ἐπέρα ποτὶ μὲν Φᾶσιν θερείαις, ἐν δὲ χειμῶνι πλέων Νείλου πρὸς ἀκτάν (I. 2.42)

English (Strong)

another form for pleuo plyoo'-o; which is used as an alternate in certain tenses; probably a form of πλύνω (through the idea of plunging through the water); to pass in a vessel: sail. See also πλήθω.

English (Thayer)

imperfect 1st person plural ἐπλέομεν; (allied with πλύνω, Latin pluo, fluo, our float, flow, etc.; Curtius, § 369); from Homer down; to sail, navigate, travel by ship: εἰς with an accusative of place, ἐπί τόπον, G L T Tr WH; by a use common only to the poets (cf. Matthiae, § 409,4{a}; Kühner, ii. § 409,6; (Jelf, § 559; Winer's Grammar, 224 (210))), with a simple accusative indicating the direction: Euripides, Med. L T Tr WH add εἰς (Compare: ἀποπλέω, διαπλέω, ἐκπλέω, καταπλέω, παραπλέω, ὑποπλέω.)

Greek Monolingual

ΝΜΑ, και επικ. τ. πλείω, Α
1. (για σκάφος) κινούμαι στην επιφάνεια θάλασσας, λίμνης, ποταμού, ταξιδεύω (α. «το πλοίο έπλεε κανονικά όταν σημειώθηκε η έκρηξη» β. «Ἑλλήσποντον ἐπ' ἰχθυόεντα πλεούσας νῆας ἐμάς», Ομ. Ιλ.)
2. ταξιδεύω, μετακινούμαι από έναν τόπο σε άλλο με πλοίο (α. «θάψαντες αὐτοὺς ἔπλεον ἐπὶ Λέσβου και Ἑλλησπόντους», Ξεν. β. «πλεόντων δὲ αὐτῶν ἀφύπνωσε», ΚΔ)
3. επιπλέω, παραμένω στην επιφάνεια του νερού και δεν βυθίζομαι (α. «ο φελλός πλέει στο νερό» β. «δένδρεα... τὰ oἱ πλώοιεν ἐλαφρῶς», Ομ. Οδ.)
νεοελλ.
φρ. α) «πλέω στο αίμα» — είμαι αιμόφυρτος, είμαι πλημμυρισμένος από αίμα
β) «πλέει στα λεφτά» — είναι πάρα πολύ πλούσιος»
γ) «πλέω μέσα στα ρούχα μου» ή «τα ρούχα πλέουν επάνω μου» — είμαι πολύ αδύνατος για τα ρούχα που φορώ, τα ρούχα είναι πολύ μεγαλύτερα απ' όσο μού χρειάζεται
δ) «τα πόδια μου πλέουν στα παπούτσια» — τα παπούτσια είναι πολύ μεγάλα για τα πόδια μου
μσν.-αρχ.
(μτφ. για το σκάφος της Πολιτείας ή της Εκκλησίας) ακολουθώ την πορεία μου, κατευθύνομαι προς τον σκοπό μου («ταύτης ἔπι πλέοντες ὀρθῆς τοὺς φίλους ποιούμεθα», Σοφ.)
αρχ.
1. μετακομίζομαι διά θαλάσσης («τὰ μὲν τῶν Ἀθηναίων [σκῡλα) πλέοντα ἑάλω», Θουκ.)
2. παθ. πλέομαι
είμαι πλωτός («πλεῑται ἡ θάλασσα», Μουσών.)
3. φρ. α) «πεπλευσμένος πλοῡς» — το τελειωμένο θαλασσινό ταξίδι
β) «πάντα ἡμῑν κατ' ὀρθὸν πλεῑ» — οι υποθέσεις του κράτους εξελίσσονται κανονικά
4) παροιμ. α) «θεοῡ θέλοντος κἄν ἐπὶ ῥιπός πλέοις» — αν θέλει ο θεός μπορείς να ταξιδεύεις και πάνω σε μια ψάθα, όλα εξαρτώνται από τη θέληση του θεού
β) «ὁ μὴ πεπλευκώς οὐδὲν ἑώρακεν κακὸν» — όποιος δεν έχει ταξιδεύσει, δεν ξέρει τους πραγματικούς κινδύνους του ταξιδιού
γ) «ἐπὶ γῆς μὴ πλεῑν» — όποιος δεν ξέρει τίποτε από θάλασσα να μην κάνει ότι ξέρει.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. πλέω (< πλέFω) ανάγεται στην ΙΕ ρίζα pleu- «ρέω, κολυμπώ» και συνδέεται με αρχ. ινδ. plavate «επιπλέω, κολυμπώ», pluta- «πλημμυρισμένος», λατ. pluit «βρέχει» (< plovit < plevit), γαλλ. il pleut «βρέχει». Αξιοσημείωτη είναι η σημασιολογική εξέλιξη που παρουσιάζει το ρ. πλέω στην Ελληνική από την αρχική σημ. της ρίζας «βρίσκομαι στο νερό, επιπλέω, πλημμυρίζω» στη σημ. «ταξιδεύω, μετακινούμαι με πλοίο». Η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε, ωστόσο, να θεωρηθεί φυσική και αναμενόμενη, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας που είχε η θάλασσα και η ναυτιλία για τον ελληνικό λαό. Στην ίδια ρίζα, τέλος, με ιδιαίτερες σημασιολογικές εξελίξεις ανάγονται και τα: πλούτος, πλύνω, πλώω, πλεύμων / πνεύμων.
ΠΑΡ. πλεύσηις), πλούς
αρχ.
πλευστικός
αρχ.-μσν.
πλεύστης
νεοελλ.
πλευστός.
ΣΥΝΘ. (Β' συνθετικό) αναπλέω, διαπλέω, διεκπλέω, εκπλέω, επαναπλέω, επιπλέω, καταπλέω, παραπλέω, περιπλέω, συμπλέω
αρχ.
αμφιπλέω, αντεκπλέω, αντεπιπλέω, αντιπαραπλέω, αντιπεριπλέω, αντιπλέω, εκπεριπλέω, εμπεριπλέω, εμπλέω, επιδιαπλέω, επικαταπλέω, μεταπλέω, προαναπλέω, προδιαπλέω, προεκπλέω, προκαταπλέω, προσεπιπλέω, συγκαταπλέω, συμπαραπλέω, συμπεριπλέω, συνδιαπλέω, συνεκπλέω, συνεπιπλέω, υπαναπλέω, υπεκπλέω
νεοελλ.
αεροπλέω, αποπλέω, εισπλέω, προσπλέω, υπερπλέω, υποπλέω].

Greek Monotonic

πλέω: Επικ. πλείω, Αττ. προστ. πλεῖ· μέλ. πλεύσομαι, Δωρ. πλευσοῦμαι, μεταγεν. πλεύσω· αόρ. αʹ ἔπλευσα, παρακ. πέπλευκα — Παθ., αόρ. αʹ ἐπλεύσθην, παρακ. πέπλευσμαι· εκτός από το πλώω, Επικ. προστ. πλῶον, ο Όμηρ. έχει συγκοπτ. αόρ. βʹ ἔπλων, -ως, , μτχ. πλώς, σύνθ. ἀπέπλω κ.λπ.· Ιων. απαρ. πλώειν, παρατ. ἔπλωον, μέλ. πλώσομαι, αόρ. αʹ ἔπλωσα, μτχ. πλώσας, παρακ. πέπλωκα· οι Αττ. συναιρούν μονο τα εε και ει, όπως στο χέω·
I. πλέω, πηγαίνω μέσα από τη θάλασσα, σε Όμηρ. κ.λπ.· με σύστ. αντ., ὑγρὰ κέλευθα πλεῖν, πλέω στις θαλάσσιες οδούς, σε Ομήρ. Οδ.· απ' όπου στην Παθ., τὸ πεπλευσμένον πέλαγος, σε Ξεν.· μεταφ., πλεῖν ὑφειμένῃ, πρβλ. ὑφίημι III.
II. 1. λέγεται για πλοία, σε Ομήρ. Ιλ., Ηρόδ. κ.λπ.
2. λέγεται για άλλα πράγματα, κολυμπώ, επιπλέω, σε Όμηρ. κ.λπ.
3. μεταφ., ταύτης ἔπι πλέοντες ὀρθῆς, ενόσω διατηρούμε το πλοίο της πόλης μας ορθό, σε Σοφ.· οὐδ' ὅπως ὀρθὴ πλεύσεται (ενν. ἡ πόλις) προείδετο, σε Δημ.

Russian (Dvoretsky)

πλέω:
I (fut. πλεύσομαι и πλευσοῦμαι - поздн. πλεύσω, aor. ἔπλευσα, pf. πέπλευκα; pass.: aor. ἐπλεύσθην, pf. πέπλευσμαι)
1) плыть, плавать (Ἰλιόθεν, ἐνὶ πόντῳ Hom.; ἐν ναυσίν Xen.; ἀπὸ Λευκάδος Thuc.; ἐν τῇ θαλάττῃ Plat.): ζεφύρου αὔρᾳ π. Aesch. плыть с западным ветром;
2) (= νέω II) держаться на поверхности воды, плавать: π. ἐλαφρῶς Hom. (о сухом дереве) легко держаться на поверхности воды; νῆσος πλέουσα Her. плавучий остров; ταῖς ναυσὶν εὖ πλεούσαις Xen. на быстроходных кораблях;
3) (о морском путешествии) совершать (στόλον τόνδε Soph.; πλοῦν Plut.);
4) проплывать на кораблях (ὑγρὰ κέλευθα Hom.; τὴν θάλατταν Xen.): τὸ πεπλευσμένον πέλαγος Xen. пройденная часть моря;
5) перен. протекать, идти: πάντα ἡμῖν κατ᾽ ὀρθὸν πλεῖ Plat. все у нас идет на лад;
6) качаться, балансировать: ἔπλεον ὀλισθαίνοντες ἀμφοτέροις τοῖς ποσίν Polyb. скользя обеими ногами, они качались.
II nom. pl. n к πλείων.
III gen. к πλέως I и II.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πλέω, praes. contr. alleen εε > ει; ep. imperf. 3 sing. πλέεν, imperat. πλεῖ, ptc. πλέων, inf. πλεῖν, ep. πλέειν; aor. ἔπλευσα, zelden med. ἐπλευσάμην (vnl. in compos. ), pass. ἐπλεύσθην; perf. πέπλευκα, med.-pass. πέπλευσμαι, plqperf. ἐπεπλεύκειν; fut. πλεύσω, med. πλεύσομαι en Dor. πλευσοῦμαι; varen; van pers..; ἔνθεν δὲ προτέρω πλέομεν vandaar voeren wij verder Od. 9.62 (en elders); met prep., ook met acc..; τὴν θάλατταν over de zee Lys. 6.19; κέρδους ἕκατι κἂν ἐπὶ ῥιπὸς πλέοι voor winst zou hij zelfs op een rieten mat varen (d.w.z. zou hij elke onderneming wagen) Aristoph. Pax 699; van schepen; αἱ δὲ μάλα ὦκα ἔπλεον zij voeren heel snel Od. 3.158; pass. subst.. τὸ πεπλευσμένον het bevaren gebied Xen. Cyr. 6.1.16. overdr.. πάντα ἡμῖν κατ ’ ὀρθὸν πλεῖ alles gaat ons voor de wind Plat. Lg. 813d; οὐδὲ ὅπως ὀρθὴ πλεύσεται προείδετο en hij had ook niet bedacht hoe het (het schip van staat) de juiste koers zou houden Dem. 19.250. drijven:. ἔγωγε οὔτε πλέουσαν... εἶδον ik heb het (het eiland) niet zien drijven Hdt. 2.156.2.
πλέω acc. sing. of nom. en acc. n. plur. van 1. πλέων, zie πλείων.
πλέω Att. gen. sing. van πλέως.

Chinese

原文音譯:plšw 普累哦
詞類次數:動詞(5)
原文字根:漂行
字義溯源:船渡,航行*,航,航去,坐船,渡;或源自(πλύνω)=投入水中洗),而 (πλύνω)出自(πλύνω)X=流動)。參讀 (ἄγω)同義字
同源字:1) (διαπλέω)航行過去 2) (ἐκπλέω)坐船離開 3) (καταπλέω)航近某地 4) (παραπλέω)航近,駛過 5) (πλέω)航行 6) (ὑποπλέω)駛過
出現次數:總共(6);路(1);徒(4);啓(1)
譯字彙編
1) 航行(2) 徒27:2; 徒27:24;
2) 航⋯去(1) 徒27:6;
3) 坐船(1) 啓18:17;
4) 航行時(1) 路8:23;
5) 航(1) 徒21:3