ἐξιστορέω

From LSJ

μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν → Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible. | Do not yearn, O my soul, for immortal life! Use to the utmost the skill that is yours. | Do not, my soul, strive for the life of the immortals, but exhaust the practical means at your disposal.

Source
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἐξιστορέω Medium diacritics: ἐξιστορέω Low diacritics: εξιστορέω Capitals: ΕΞΙΣΤΟΡΕΩ
Transliteration A: existoréō Transliteration B: existoreō Transliteration C: eksistoreo Beta Code: e)cistore/w

English (LSJ)

A search out, inquire into, τι A.Th.506, Ch.678, E.Hec. 744, J.AJ3.14.2, Porph.Abst.2.49.
2 inquire of, τινά τι Hdt.7.195, E.Hec.236; ἐ. τινὰ εἰ.. Id.Or.289.
3 roam about, πόλιν X. Eph.1.12.
II explain, set forth, τὴν τοῦ πράγματος διάθεσιν POxy. 486.12 (ii A.D.).

German (Pape)

[Seite 883] ausfragen, ausforschen; τινά, Her. 7, 105; μοῖραν Aesch. Spt. 488; καὶ σαφηνίσαι ὁδόν Choeph. 667; ὁδὸν βουλευμάτων Eur. Hec. 744, öfter; Sp. auch = betrachten, besehen.

French (Bailly abrégé)

ἐξιστορῶ :
chercher à connaître à fond : τι qch ; τινά τι s'informer de qch auprès de qqn.
Étymologie: ἐξ, ἱστορέω.

Russian (Dvoretsky)

ἐξιστορέω:
1 разузнавать, расследовать: ἐξιστορῆσαι ὁδὸν τῶν βουλευμάτων τινός Eur. разгадать направление чьих-л. замыслов;
2 расспрашивать, выведывать (τι Aesch., Eur.; τινά τι Her., Eur.).

Greek (Liddell-Scott)

ἐξιστορέω: ἐξερευνῶ, μανθάνω, βεβαιοῦμαι, θέλων ἐξιστορῆσαι μοῖραν Αἰσχύλ. Θήβ. 506, Χο. 678, Εὐρ. Ἑκ. 744. 2) ἀνακρίνω τινὰ καὶ μανθάνω περί τινος, τούτους οἱ Ἕλληνες ἐξιστορήσαντες τὰ ἐβούλοντο πυθέσθαι... ἀποπέμπουσι Ἡρόδ. 7. 195. Εὐρ. Ἑκ. 236· ἐξ. τινα εἰ... ὁ αὐτὸς ἐν Ὀρ. 289: ῥηματ. ἐπίθ. ἐξιστορητέον, δεῖ ἐξιστορεῖν, Κλήμ. Ἀλ. 564.

Greek Monotonic

ἐξιστορέω: μέλ. -ήσω,
1. ψάχνω, διερευνώ, σε Αισχύλ.
2. ανακρίνω κάποιον για κάτι, τινά τι, σε Ηρόδ., Ευρ.

Middle Liddell

fut. ήσω
1. to search out, inquire into, Aesch.
2. to inquire of, τινά τι Hdt., Eur.