προσζεύγνυμι

From LSJ
Revision as of 12:23, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (34)

κακῶν ἀπέστω θάνατος, ὡς ἴδῃ κακά → of all evils let only death be absent, so he may see evils

Source
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: προσζεύγνῡμι Medium diacritics: προσζεύγνυμι Low diacritics: προσζεύγνυμι Capitals: ΠΡΟΣΖΕΥΓΝΥΜΙ
Transliteration A: proszeúgnymi Transliteration B: proszeugnymi Transliteration C: proszeygnymi Beta Code: proszeu/gnumi

English (LSJ)

   A attach by a yoke, τὸ ἄροτρον Porph.Abst.2.30: metaph., τῇ ὕλῃ τὸν τεχνίτην προσέζευξεν Placit.1.3.5:—more freq. in Pass., to be yoked, harnessed to, τινι Luc.Ner.4: abs., to be attached, ᾗ τὸ πηδάλιον προσέζευκται Arist.Mech.851a33: metaph., τῷ προσέζευξαι πλάνῳ; E.Alc.482, cf. Plot.1.4.16; to be contiguous, πύργοις J. BJ5.4.4.

German (Pape)

[Seite 764] (s. ζεύγνυμι), anjochen, -binden, übertr., οἵᾳ συμφορᾷ προσεζύγης, Eur. Hipp. 1389.

French (Bailly abrégé)

attacher à ; Pass. être attaché à, τινι.
Étymologie: πρός, ζεύγνυμι.

Greek Monolingual

Α
1. συνάπτω στον ζυγό, ενώνω με ζυγό κάτι με κάτι άλλοπροσζεύγνυμι τὸ ἄροτρον», Πορφ.)
2. συνδέω, συναρμόζω (α. «τή ὕλῃ τὸν τεχνίτην προσέζευξεν», Πλούτ.
β. «ἡ τὸ πηδάλιον προσέζευκται», Αριστοτ.)
3. παθ. προσζεύγνυμαι
συνέχομαι, συνορεύω («ἡ τοῡ βασιλέως αὐλὴ προσέζευκτο», Ιώσ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < προσ- + ζεύγνυμι «ενώνω, συνάπτω»].