υπερδιέγερση

From LSJ
Revision as of 12:52, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (43)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)

Γάμος γὰρ ἀνθρώποισιν εὐκταῖον κακόν → Conubium homini inire votivum est malum → Die Ehe ist den Menschen ein erflehtes Leid

Menander, Monostichoi, 102

Greek Monolingual

η, Ν
1. (ιατρ.-ψυχολ.) έντονη νευρική ή ψυχική διέγερση, υπερένταση
2. φρ. «υπερδιέγερση γεννήτριας»
(ηλεκτρ.) κατάσταση γεννήτριας που τροφοδοτεί επαγωγικό φορτίο με ορισμένο συντελεστή ισχύος, οπότε πρέπει, όταν αυξάνεται η ένταση φόρτισης, να αυξάνεται και η ένταση διέγερσης για να διατηρείται η ονομαστική της τάση σταθερή.
[ΕΤΥΜΟΛ. < υπερ- + διέγερση. Η λ., στον λόγιο τ. ὑπερδιέγερσις, μαρτυρείται από το 1886 στην εφημερίδα Άστυ].