βαρυδότειρα

From LSJ
Revision as of 21:52, 30 December 2018 by Spiros (talk | contribs) (3)

ῥᾴδιον φθείρειν φαρμακεύσεσιν ἢ ἀποτροπαῖς ἢ καὶ κλοπαῖς → easy to spoil by means of sorcery or diverting or theft

Source
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: βᾰρῠδότειρα Medium diacritics: βαρυδότειρα Low diacritics: βαρυδότειρα Capitals: ΒΑΡΥΔΟΤΕΙΡΑ
Transliteration A: barydóteira Transliteration B: barydoteira Transliteration C: varydoteira Beta Code: barudo/teira

English (LSJ)

ἡ,

   A giver of ill gifts, Μοῖρα A.Th.977.

German (Pape)

[Seite 433] Μοῖρα, Unglücksgeberin, Aesch. Sept. 960. 975.

Greek (Liddell-Scott)

βᾰρῠδότειρα: ἡ, ἡ παρέχουσα τὰ βάρη, τὰς δυστυχίας, Μοῖρα Αἰσχύλ. Θήβ. 975, 988.

French (Bailly abrégé)

ας;
adj. f.
qui accable de maux.
Étymologie: βαρύς, δίδωμι.

Spanish (DGE)

(βᾰρῠδότειρα) -ας, ἡ que da duros regalos Μοῖρα A.Th.975.

Greek Monolingual

βαρυδότειρα, η (Α)
φρ. «βαρυδότειρα Μοῑρα» — η Μοίρα που δίνει δυσάρεστα δώρα, που φέρνει δυστυχία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < βαρύς + δότειρα, θηλ. του δοτήρ < δίδωμι.

Greek Monotonic

βᾰρῠδότειρα: ἡ, αυτή που παρέχει δυσμενή βάρη, ζημίες, σε Αισχύλ.