Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δοτήρ

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: δοτήρ Medium diacritics: δοτήρ Low diacritics: δοτήρ Capitals: ΔΟΤΗΡ
Transliteration A: dotḗr Transliteration B: dotēr Transliteration C: dotir Beta Code: doth/r

English (LSJ)

ῆρος, ὁ,

   A giver, dispenser, ταμίαι… σίτοιο δοτῆρες Il.19.44; ὀϊστοὶ θανάτοιο δ. Hes.Sc.131; esp. of the gods, δ. εὐθηλέος ἥβης h.Hom.8.9; μαντευμάτων Pi.Pae.7.1; πυρὸς βροτοῖς δοτῆρα A.Pr.612.—Poet. form used by X.Cyr.8.1.9, and in later Prose, θεὸς δ. παντὸς ἀγαθοῦ D.H.2.62, cf. J.AJ1.18.6, Iamb.Myst.3.31.

German (Pape)

[Seite 660] ῆρος, ὁ, der Geber; Homer einmal, Iliad. 19, 44 ταμίαι, σίτοιο δοτῆρες, Austheiler, Spender; vgl. δωτήρ und δώτωρ; – πυρὸς βροτοῖς δοτήρ Aesch. Prom. 515; Dion. Hal. 7, 79; Xen. Cyr. 8, 1, 9.

Greek (Liddell-Scott)

δοτήρ: ῆρος, ὁ, (δίδωμι) ὁ διδούς, παρέχων, διανέμων, ταμίαι… σίτοιο δοτῆρες Ἰλ. Τ. 44· ὀϊστοὶ θανάτοιο δ. Ἡσ. Ἀσπ. Ἡρ. 131· ― ἰδίως ἐπὶ τῶν θεῶν, δοτήρ εὐθαρσέος ἥβης Ὕμν. Ὁμ. εἰς Ἄρη 9· πυρὸς βροτοῖς δοτῆρα Αἰσχύλ. Πρ. 312· πρβλ. δωτήρ. ― Ποιητ. τύπος τοῦ δότης, ὡσαύτως ἐν χρήσει παρὰ Ξεν. Κύρ. 8. 1, 9.

French (Bailly abrégé)

ῆρος (ὁ) :
1 celui qui donne, qui distribue, gén.;
2 celui qui fait don de.
Étymologie: δίδωμι.

English (Autenrieth)

ῆρος: giver, pl., Il. 19.44 and Od. 8.325.

English (Slater)

δοτήρ
   1 giver μαντευμάτων τε θεσπεσίων δοτῆρα καὶ τελεσιε[πῆ] θεοῦ ἄδυτον[ (sc. Τήνερον) (Pae. 7.1)

Spanish (DGE)

-ῆρος, ὁ
1 c. gen. obj. dador, dispensador de pers. ταμίαι ... σίτοιο δοτῆρες Il.19.44, λογίων καὶ μύθοιο δ. AP 8.132 (Gr.Naz.), de cosas ὀϊστοὶ ... θανάτοιο ... δοτῆρες Hes.Sc.131, más frec. de dioses o héroes δ. εὐθαλέος ἥβης h.Mart.9, μαντευμάτ[ω] ν τε θεσπεσίων δ. Pi.Fr.52g.1, πυρὸς βροτοῖς δ. A.Pr.612, θεὸς δ. παντὸς ἀγαθοῦ D.H.2.62, Ἀπόλλωνι ... δοτῆρι ὄντι τῆς τοξικῆς Luc.Pisc.6, (Ζεύς) Ἐπικάρπιος ... δ. πλούτου καὶ κτήσεως D.Chr.1.41, cf. Plu.2.402a, παντοίης ἀρετῆς de Heracles IG 14.1003.13 (II d.C.), κακῶν δὲ πάντων ... δοτῆρες ἡμεῖς Babr.63.10, (ὁ Ἑρμῆς) δ. καὶ διανοίας καὶ φρονήσεως ref. al planeta, Vett.Val.4.10, cf. I.AI 1.272, Ap.2.249, Plu.2.1075e, D.C.57.10.4, Iambl.Myst.3.31, Nonn.D.17.42
sin el gen. donante αὐτῷ γὰρ ἑκὼν ἐρίδηνε δοτῆρι A.R.1.89
c. gen. por dat. τυφλῶν εὔσπλαγχνοι δοτῆρες misericordiosos donantes de ciegos, PMasp.20.12 (VI d.C.).
2 econ. pagador δαπανημάτων δοτήρ pagador de gastos funcionario del imperio aqueménida προσόδων ἀποδεκτῆρες καὶ δαπανημάτων δοτῆρες X.Cyr.8.1.9.

Greek Monolingual

δοτήρ και δωτήρ, ο (θηλ. δότειρα, η) (AM)
ο χορηγός, αυτός που παρέχει κάτι («ὁ δοτὴρ τῆς ζωῆς», «δοτὴρ τῶν ἀγαθῶν καὶ ζωῆς χορηγός
ο θεός)
αρχ.
α) «ταμίαι... σίτοιο δοτῆρες» — οικονόμοι που μοίραζαν ψωμί
β) «ὀιστοὶ θανάτοιο δοτῆρες» — βέλη που έφερναν θάνατο
γ) «πυρὸς βροτοῑς δοτῆρα» — για τον Προμηθέα.

Greek Monotonic

δοτήρ: -ῆρος, ὁ (δί-δωμι), αυτός που παρέχει, αυτός που διανέμει, σε Ομήρ. Ιλ., Αισχύλ.

Russian (Dvoretsky)

δοτήρ: ῆρος ὁ
1) раздатчик, распределитель (σίτοιο Hom.);
2) податель, даритель (Ἄρης, δ. εὐθαρσέος ἥβης HH; ὀϊστοὶ θανάτοιο δοτῆρες Hes.): πυρὸς βροτοῖς δ. Aesch. подаривший людям огонь, т. е. Прометей.

Middle Liddell

δοτήρ, ῆρος, n n n δίδωμι
a giver, dispenser, Il., Aesch.