ἐλαφρία
τὸ κακὸν δοκεῖν ποτ' ἐσθλὸν τῷδ' ἔμμεν' ὅτῳ φρένας θεὸς ἄγει πρὸς ἄταν → evil appears as good to him whose mind the god is leading to destruction (Sophocles, Antigone 622f.)
English (LSJ)
ἡ,
A lightness: levity, 2 Ep.Cor.1.17. II alleviation, Aret.CD2.2. III = ὀλιγότης, Suid.
German (Pape)
[Seite 792] ἡ, Leichtigkeit, – a) vom Gewicht, übertr., τοῦ ἄχθεος Aret. – b) der Gesinnung, Leichtsinn, N. T.; vgl. Schol. Ar. Av. 295. – c) Geringfügigkeit, ὀλιγότης, Suid.
Greek (Liddell-Scott)
ἐλαφρία: ἡ, ἐλαφρότης, Β΄ Ἐπιστ. π. Κορινθ. α΄, 17· «ἐλαφρία· μωρία» Ἡσύχ. ΙΙ. ἀνακούφισις, «ἐλάφρωμα», Ἀρεταῖος Χρον. Νούσ. Θεραπευτικ. 2. 2. ΙΙΙ. «ὀλιγότης», Σουΐδ.
French (Bailly abrégé)
ας (ἡ) :
1 légèreté, particul. légèreté d’esprit ou de caractère, frivolité;
2 allègement.
Étymologie: ἐλαφρός.
Spanish (DGE)
-ας, ἡ
• Alolema(s): jón. -ίη Aret.CD 2.2.1
1 alivio físico τοῦ ἄχθεος Aret.l.c.
•alivio, consuelo de tipo espiritual ICil.36.10 (Tarso VI d.C.).
2 ligereza, frivolidad del comportamiento τῇ ἐλαφρίᾳ χρῆσθαι 2Ep.Cor.1.17, ἤθους ἐ. Basil.M.31.1024A, ἀπὸ ἐλαφρίας con ligereza Mac.Aeg.Hom.27.8, cf. Sud., Zonar.
English (Strong)
from ἐλαφρός; levity (figuratively), i.e. fickleness: lightness.
Greek Monolingual
ἐλαφρία, η (AM)
ελαφρότητα, επιπολαιότητα
μσν.
περιορισμένη, μικρή ποσότητα
αρχ.
ανακούφιση.
Greek Monotonic
ἐλαφρία: ἡ, ελαφρότητα, έλλειψη σοβαρότητας, μωρία, ανοησία, ελαφρομυαλιά, σε Καινή Διαθήκη
Russian (Dvoretsky)
ἐλαφρία: ἡ досл. легкость, перен. легкомыслие NT.