λοχαγέω

From LSJ
Revision as of 11:02, 11 December 2020 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "<span class="sense"><p>" to "<span class="sense">")

Εὔτολμος εἶναι κρῖνε, τολμηρὸς δὲ μή → Audentiam tibi sume, non audaciam → Entschlossen zeige Mut, doch nicht Verwegenheit

Menander, Monostichoi, 153
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: λοχᾱγέω Medium diacritics: λοχαγέω Low diacritics: λοχαγέω Capitals: ΛΟΧΑΓΕΩ
Transliteration A: lochagéō Transliteration B: lochageō Transliteration C: lochageo Beta Code: loxage/w

English (LSJ)

Dor. (borrowed by Att.) for λοχηγέω,    A lead a λόχος or company (commonly of 100 men), X.An. 6.1.30, Mem.3.1.5, Is.9.14: c. gen., λόχου λοχηγέων Hdt.9.53, cf. 21.    II consist of λοχαγοί, -γοῦν ζυγόν Ascl.Tact. 10.13, 11.1.

Greek (Liddell-Scott)

λοχᾱγέω: Δωρ. ἀντὶ τοῦ λοχηγέω (ἐν χρήσει καὶ παρ’ Ἀττ., ἴδε λοχαγός), ἡγοῦμαι λόχου, διοικῶ λόχον (συνήθως σῶμα ἐξ 100 ἀνδρῶν), Ξεν. Ἀν. 5. 9, 30, Ἀπομν. 3. 1, 5, Ἰσαῖ. 76.9· μετὰ γεν., λόχου λοχηγεῖν Ἡρόδ. 9. 53, πρβλ. 21.

French (Bailly abrégé)

-ῶ :
commander une compagnie.
Étymologie: λοχαγός.

Greek Monotonic

λοχᾱγέω: Δωρ. και Αττ. αντί λοχηγέω, ηγούμαι λόχου, διοικώ λόχον (συνήθως σώμα από 100 άνδρες), σε Ξεν.· με γεν., λόχου λοχηγεῖν, σε Ηρόδ.

Russian (Dvoretsky)

λοχᾱγέω: ион. λοχηγέω (тж. λόχου λ. Her.) командовать лохом (см. λόχος), быть лохагом Xen.

Middle Liddell

λοχᾱγέω,
to lead a λόχος or company (commonly of 100 men), Xen.; c. gen., λόχου λοχηγεῖν Hdt. [doric and attic for λοχηγέω,]