ἀνασχετικός

From LSJ
Revision as of 12:20, 2 October 2022 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "(?s)({{ls\n\|lstext.*}}\n)({{bailly.*}}\n)" to "$2$1")

τὸ γὰρ μυστήριον ἤδη ἐνεργεῖται τῆς ἀνομίας· μόνον ὁ κατέχων ἄρτι ἕως ἐκ μέσου γένηται. (2Thess 2:7) → For the mystery of lawlessness is already at workjust at work until the one who is now constraining it is taken out.

Source
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἀνασχετικός Medium diacritics: ἀνασχετικός Low diacritics: ανασχετικός Capitals: ΑΝΑΣΧΕΤΙΚΟΣ
Transliteration A: anaschetikós Transliteration B: anaschetikos Transliteration C: anaschetikos Beta Code: a)nasxetiko/s

English (LSJ)

ή, όν, enduring, patient, Plu.2.31a.

Spanish (DGE)

-ή, -όν paciente Plu.2.31a.

German (Pape)

[Seite 210] duldsam, neben πρᾶος Plut. aud. poet. 10.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
patient.
Étymologie: ἀνέχω.

Greek (Liddell-Scott)

ἀνασχετικός: -ή, -όν, ὑπομένων, ἐγκαρτερῶν, ὑπομονητικός, Πλούτ. 2. 31Α.

Greek Monolingual

-ή, -ό (Α ἀνασχετικός, -ή, -όν)
ο ικανός ή κατάλληλος να φέρει ανάσχεση, αναχαίτιση, σταμάτημα
αρχ.
αυτός που εγκαρτερεί, υπομονητικός.

Russian (Dvoretsky)

ἀνασχετικός: терпеливо переносящий, терпеливый Plut.