Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Σωκράτης

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225
Full diacritics: Σωκρᾰτης Medium diacritics: Σωκράτης Low diacritics: Σωκράτης Capitals: ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Transliteration A: Sōkrátēs Transliteration B: Sōkratēs Transliteration C: Sokratis Beta Code: *swkra/ths

English (LSJ)

ὁ, Scorates: gen. Σωκράτους; acc. sg. in Pl. Σωκράτη (as also in Ar.Nu.182, etc.), in X.Mem.1.2.33 Σωκράτην; voc. Σώκρατες:—Dim. Σωκρᾰτίδιον,

   A dear little Socrates! Ar.Nu.222, al.

Greek (Liddell-Scott)

Σωκράτης: [ᾰ], ὁ· γεν. Σωκράτους, καὶ Σωκράτου Στοβ. τ. 7, 66· ἑνικ. αἰτ. παρὰ Πλάτ. Σωκράτη (ὡς καὶ παρ’ Ἀριστοφ. ἐν Νεφ. 182, κτλ.), παρὰ δὲ Ξενοφ. Σωκράτην· κλητ. Σώκρατες· ― ὑποκορ. Σωκρατίδιον, Σωκρατάκη! Ἀριστοφ. Νεφ. 222, κ. ἀλλαχοῦ.

French (Bailly abrégé)

ους (ὁ) :
Socrate :
1 philosophe célèbre;
2 autres.
Étymologie: σῶς, κράτος.

Greek Monolingual

ο, ΝΜΑ
ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες φιλοσόφους όλων τών εποχών, ο πρώτος από την τριάδα τών αρχαίων Ελλήνων σοφών, που, μαζί με τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, έθεσαν τις φιλοσοφικές βάσεις του δυτικού πολιτισμού, και ο οποίος έζησε στην Αθήνα από το 470 ώς το 399 π.Χ.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σῶς (βλ. λ. σώος) + -κράτης (< κράτος)].

Greek Monotonic

Σωκράτης: [ᾰ], ὁ (σῶς, κράτος), ο Αθηναίος φιλόσοφος Σωκράτης· γεν. Σωκράτους, αιτ. Σωκράτην, σε Ξεν.· επίσης όμως (όπως αν επρόκειτο για ουσ. γʹ κλίσης) Σωκράτη, σε Αριστοφ., Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

Σωκράτης: ους, эп. εος ὁ (acc. Σωκράτην и Σωκράτη) Сократ
1) сын Софрониска и Фенареты, афинский философ, 469-399 гг. до н. э.;
2) сын Антигона, один из начальников афинского морского флота во время Пелопоннесской войны Thuc.;
3) родом из Ахеи, один из военачальников Кира Xen.

Middle Liddell

Σω-κρά˘της, ου, ὁ, [σῶς, κράτος
Socrates: gen. Σωκράτους: acc. Σωκράτην Xen., but also (as if of 3rd decl.) Σωκράτη Ar., Plat.