Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τριάδα

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

η / τριάς, -άδος, ΝΜΑ, και λόγιος τ. τριάς Ν
1. σύνολο τριών μονάδων, προσώπων ή πραγμάτων
2. φρ. «η Αγία Τριάς», «η Αγία Τριάδα»
(κατά τη χριστιανική διδασκαλία) ο Θεός στις τρεις υποστάσεις του, ως Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα
νεοελλ.
1. φυσ. α) σύνολο τριών γειτονικών φασματικών γραμμών μέσα στο ίδιο φάσμα, δηλαδή με παραπλήσιες συχνότητες
β) (στην κβαντική θεωρία) κβαντική κατάσταση βαθμού πολλαπλότητας ίσου με τρία
2. χημ. ομάδα τριών χημικών στοιχείων με ανάλογες χημικές ιδιότητες, το ατομικό βάρος του ενός από τα οποία είναι κατά προσέγγιση ίσο με τον μέσο όρο τών ατομικών βαρών τών άλλων δύο
3. ιατρ. συνύπαρξη τριών υποκειμενικών ή αντικειμενικών συμπτωμάτων, χαρακτηριστική ή ακόμη και παθογνωμονική για ορισμένη νόσο («τριάδα του Χάτσινσον στη συγγενή σύφιλη»)
4. φρ. «τριάδα Στάινμαν»
(πετρογρ.) ομάδα πετρωμάτων που απαντά σε περιοχές γεωσυγκλίνων και αποτελείται από κερατολίθους με ακτινόζωα, σπιλίτες και σερπεντινίτες
αρχ.
1. ο αριθμός τρία
2. σύνολο τριών ημερών
3. σύστημα τριών στροφών
4. η τρίτη ημέρα
5. φρ. «τριάς ἐπῳδική» — μετρική σύνθεση ποιήματος κατά στροφή, αντιστροφή και επωδό.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. τρι- του αριθμτ. τρεῖς, τρία (βλ. και λ. τρι-) + επίθημα -άς, -άδος (πρβλ. πεντ-άς, πεντάδα)].