Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δυσμένεια

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523
Full diacritics: δυσμένεια Medium diacritics: δυσμένεια Low diacritics: δυσμένεια Capitals: ΔΥΣΜΕΝΕΙΑ
Transliteration A: dysméneia Transliteration B: dysmeneia Transliteration C: dysmeneia Beta Code: dusme/neia

English (LSJ)

Ion. -ιη, ἡ,

   A ill-will, enmity, ἡ ἐκ σοῦ δ. S.El.619; ἐν δ. εἶναι ib.1124; δ. ἄρασθαί τινι E.Heracl.991: in Prose, Democr. 191, Antipho 4.1.3, etc.; φθόνος καὶ δ. Isoc.5.68, Pl.R.500c; φθόνοι καὶ ἄλλαι δ. Id.Prt.316d.

German (Pape)

[Seite 683] ἡ, feindselige Gesinnung, Feindschaft, Soph. El. 609; ἐν δυσμενείᾳ εἶναι, = δυσμεναίνω, 1114; δυσμένειαν ἠράμην τινί Eur. Heracl. 991; auch in Prosa oft, Antiph. IV α 3; neben φθόνος Plat. Phaedr. 253 b; im plur., Prot. 316 d; – Sp.

Greek (Liddell-Scott)

δυσμένεια: ἡ, κακὴ διάθεσις, ἔχθρα, ἡ ἐκ σοῦ δ. Σοφ. Ἠλ. 619· ἐν δ. εἶναι αὐτόθι 1124· δ. ἀρᾶσθαί τινι Εὐρ. Ἡρακλ. 991· ὡσαύτως παρὰ πεζοῖς, Ἀντιφῶν 125. 28, Πλάτ. Πολ. 500C.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
hostilité, animosité, malveillance.
Étymologie: δυσμενής.

Spanish (DGE)

-ας, ἡ

• Alolema(s): -ίη Democr.B 191
mala voluntad, enemistad, hostilidad ἡ ... ἐκ σοῦ δ. ... ἐξαναγκάζει με ταῦτα δρᾶν S.El.619, cf. 1124, εἰ δυσμενείᾳ σῇ τὰ φίλτατ' ὤλεσεν E.Hipp.965, cf. Heracl.991, Democr.l.c., Isoc.5.68, Pl.Prt.316d, R.500c, Aristid.Or.27.35, ἄδωρος δυσμενείας incapaz de dones malintencionados de Eros, Pl.Smp.197d, μοχθηρία ἢ δ. Arist.Pol.1336b35, μετὰ δυσμενείας ἐξετάζειν Theopomp.Hist.395, cf. Chrysipp.Stoic.3.97, δυσμένειαν καὶ μῖσος ἐνειργάζετο τοῖς ὄχλοις Plb.38.11.9, cf. 5.42.3, ταχέως ἐκ[φέρειν ἀνηκέσ] τους δυσμενείας Phld.Hom.29.4, δυσμένειαι παισὶ παίδων κατὰ διαδοχὰς παραδιδόμεναι hostilidades transmitidas por sucesión a los hijos de los hijos Ph.1.593, cf. 2.366, δ. ὕπουλος Plu.2.456e, λύσις τῆς δυσμενείας Lib.Ep.432.2, op. εὐμένεια LXX 2Ma.6.29, Aesop.269, c. gen. subjet. ἡ τῶν ἀλιτηρίων δ. la hostilidad de los espíritus malignos Antipho 4.1.3, τῆς ... δυσμενείας τῆς Ἀμίλκου ... τοῦτο μαρτύριον Plb.3.12.2, ἀνθρώπου πολεμίου δ. Ph.2.373, c. πρός y ac. de pers. δ., ἣν εἶχον πρὸς ἀλλήλους Plb.29.7.2, πρὸς τὸν πατέρα I.AI 16.232, ἡ πρὸς τοὺς πέλας δ. Aesop.69.1, cf. LXX 2Ma.12.3, 14.39, Str.13.1.53, Plu.Brut.9.

Greek Monolingual

η (AM δυσμένεια, Α και -ίη)
εχθρική διάθεση απέναντι σε κάποιον.

Greek Monotonic

δυσμένεια: ἡ, δυσαρέσκεια, κακή διάθεση, εχθρότητα, εμπάθεια, σε Σοφ., Ευρ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

δυσμένεια: ἡ тж. pl. вражда, ненависть, неприязнь Soph., Isocr., Plat. (τῶν πατρικίων πρὸς τὸν δῆμον Plut.): δυσμένειαν ἄρασθαί τινι Eur. воспылать ненавистью к кому-л.

Middle Liddell

δυσμένεια, ἡ,
ill-will, enmity, Soph., Eur., etc. [from δυσμενής