Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

έγκυος

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

η (AM ἔγκυος, -ον)
το θηλ. ως ουσ. αυτή που έχει συλλάβει κατά τη συνουσία και έχει έμβρυο
μσν.
το ουδ. ως ουσ. τὸ ἔγκυον
το έμβρυο
αρχ.
1. γεμάτος, φορτωμένος
2. φρ. «μόρον ἔγκυον» — για γυναίκα που πεθαίνει στον τοκετό.