Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἔγκυος

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς → Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἔγκῠος Medium diacritics: ἔγκυος Low diacritics: έγκυος Capitals: ΕΓΚΥΟΣ
Transliteration A: énkyos Transliteration B: enkyos Transliteration C: egkyos Beta Code: e)/gkuos

English (LSJ)

ον, (κύω) A = ἐγκύμων, Hdt.1.5, 6.131, Hp.Aph.5.42, etc.; πῶλος ἡσυχίης ἔγκυος, of the Trojan horse, AP9.156 (Antiphil.); γαστρὸς ἀπωσαμέναν μόρον ἔγκυον, of one dying in child-birth, Epigr Gr. 238 (Smyrna), cf. IG12(7).301 (Amorgos). 2 of plants, Arist. HA595b27.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 711] dasselbe, Her. 1, 5. 6, 131; D. Hal. 9, 22; γίγνεσθαι, von Thieren, Arist. H. A. 3, 20 u. öfter; πῶλος εὐόπλου Δαναῶν ἡσυχίης ἔγκυος, vom trojanischen Pferde, Antiphil. 10 (IX, 156); πυρὸς ἔγκυον ἔμφλογα πέτρον nennt Philp. 22 (VI, 5) den Feuerstein.

Greek (Liddell-Scott)

ἔγκυος: -ον, (κύω) = τῷ προηγ., Ἡρόδ. 1. 5., 6. 131, Ἱππ. Ἀφ. 1254· πῶλος ἡσυχίης ἔγκυος, ἐπὶ τοῦ δουρείου ἵππου, Ἀνθ. Π. 9. 156· γαστρὸς ἀπωσαμέναν μόρον ἔγκυον, ἐπὶ γυναικὸς ἀποθνησκούσης κατὰ τὸν τοκετόν, Ἐπιγράμμ. Ἑλλ. 238, 2) ἐπὶ φυτῶν, Ἀριστ. Ἱστ. Ζ. 8. 8, 1.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
c. ἐγκύμων.

Spanish (DGE)

-ον
I 1embarazada, encinta de mujeres ἔ. ἐοῦσα Hdt.1.5, 6.131, cf. Eu.Luc.2.5, POxy.267.20, PMich.Teb.228.20 (ambos I d.C.), D.L.1.94, Σεμέλη ἔ. οὖσα D.S.4.2, cf. Sch.A.R.1.636a, ἔγκυον ποιῆσαι γυναῖκα Hp.Nat.Mul.94, cf. Str.10.4.19, I.AI 7.158, ἐπεὶ δὲ καὶ ἔ. καθέστηκεν ἡ Διονυσάριον BGU 1104.21 (I a.C.), γυναῖκες ἔγκυοι Str.4.6.8, cf. D.H.9.22, I.AI 4.278, D.S.1.77, αὐτὴ (Metis) γενομένη ἔγκυος Apollod.1.3.6, cf. IG 42.121.14 (Epidauro IV a.C.), Ph.1.147, Vett.Val.353.14, Hsch.s.u., γαστρὸς ἀπωσαμέναν μόρον ἔγκυον cuando expulsó de su vientre preñada muerte e.e. un niño muerto ISmyrna 526.6 (I a.C.), cf. SEG 28.507 (Tesalia II d.C.), GVI 1904.2, 13 (Amorgos III d.C.)
subst. ἡ ἔ. la mujer embarazada Plu.2.974d
de anim. preñada αἱ πέρδικες ... ἔγκυοι γίνονται Arist.HA 541a27, de la elefanta ἄν ... ἔγκυον ποιήσῃ Arist.HA 630b22, ἑκατὸν γὰρ εἴκοσιν ἡμέρας ἔ. μένει del buitre hembra, Horap.1.11, ἔγκυον ὕδωρ ref. el nacimiento de Afrodita, Nonn.D.1.88.
2 de plantas fecundada, granada κράστις Arist.HA 595b27.
II fig. preñado, lleno c. gen. νάρκισσόν τε ... Μελανιππίδου ἔγκυον ὕμνων y el narciso preñado de himnos de Melanípides (poeta de la corona de Meleagro) AP 4.1 (Mel.), del pedernal que produce fuego πυρὸς ἔ. AP 6.5 (Philippus), del caballo de Troya πῶλον εὐόπλου Δαναῶν ἔγκυον ἡσυχίης preñado del bien armado sigilo de los dánaos, AP 9.156 (Antiphil.), δακρύων ἐγκύους εἶχεν los ojos, Ach.Tat.6.7.3, cf. Orac.Sib.11.137, πίννας ἐγκύους ζωγραφοῦσιν de un molusco, Horap.2.107.

English (Strong)

from ἐν and the base of κῦμα; swelling inside, i.e. pregnant: great with child.

English (Thayer)

(WH ἐνκυος, see ἐν, III:3.), ἐγκυον, for the more usual ἐγκύμων (from ἐν and κύω), big with child, pregnant: Herodotus 1,5 etc.; Diodorus 4,2; Josephus, Antiquities 4,8, 33.)

Greek Monolingual

η (AM ἔγκυος, -ον)
το θηλ. ως ουσ. αυτή που έχει συλλάβει κατά τη συνουσία και έχει έμβρυο
μσν.
το ουδ. ως ουσ. τὸ ἔγκυον
το έμβρυο
αρχ.
1. γεμάτος, φορτωμένος
2. φρ. «μόρον ἔγκυον» — για γυναίκα που πεθαίνει στον τοκετό.

Greek Monotonic

ἔγκυος: -ον (κύω), = το προηγ., σε Ηρόδ.

Russian (Dvoretsky)

ἔγκυος: Arst., Diod., Anth. = ἐγκύμων.

Middle Liddell

ἔγ-κυος, ον [κύω] =e)gku/mwn, Hdt.]

Chinese

原文音譯:œgkuoj 恩格-去哦士
詞類次數:形容詞(1)
原文字根:在內-繁多
字義溯源:身孕重了,懷孕;由(ἐν / ἐμμέσῳ / ἐννόμως)*=在,入)與(κῦμα)=巨浪)組成;而 (κῦμα)出自(κυρόω)X*=彎,有孕)
出現次數:總共(1);路(1)
譯字彙編
1) 身孕重了(1) 路2:5