Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

έσοδο

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

το (Μ ἔσοδον)
1. ό,τι αποκομίζει κάποιος από την προσωπική του εργασία ή από την ακίνητη και κινητή περιουσία του, το εισόδημα
2. φρ. «δημόσια έσοδα» — το σύνολο τών εισπράξεων του δημοσίου σε χρήμα από φόρους, μισθώματα κ.λπ.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. έσοδος ή είσοδος, σύνθ. του οδός].