Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αδέξιος

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

-ια, -ιο (Α ἀδέξιος, -ιον)
αυτός που δεν έχει ευχέρεια σε κάτι, ανίκανος, ανεπιτήδειος, ανάξιος, ατζαμής
νεοελλ.
1. δειλός, συνεσταλμένος
2. (για περιστάσεις κ.λπ.) απρόσφορος, αντίξοος
αρχ.
αυτός που δεν χρησιμοποιεί με ευχέρεια το δεξί χέρι, ο αριστερόχειρας (τη σημασία αυτή διατήρησε η λέξη στη διάλεκτο τών Ποντίων).
[ΕΤΥΜΟΛ. < α- στερητ. + δεξιός.
ΠΑΡ. νεοελλ. αδεξιοσύνη, αδεξιότητα].