Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αισθητική

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

η
1. η επιστήμη που επισημαίνει και εξετάζει το καλό, το ωραίο στη φύση ή στην τέχνη
2. η αντίληψη κάθε ανθρώπου για το ωραίο.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ελληνογενές < αισθητική, θηλ. του επιθ. αισθητικός, πρβλ. γερμ. Aesthetik
ο όρος αισθητική ως φιλοσοφικός όρος, κατά τον Κουμανούδη, πλάστηκε από τον Γερμανό Μπαουμγκάρτεν (Baumgarten) περί τα μέσα του 19ου αιώνα].