Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ακαμάτευτος

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1

Greek Monolingual

(I)
-η, -ο καματεύω
1. (αγρός) που δεν έχει ακόμη οργωθεί
2. (μαλλί ή φυτική ύλη) άκλωστος, ακατέργαστος
3. (ζώο) που δεν έχει ακόμη χρησιμοποιηθεί, άστρωτο, πολύ νέο.
(II)
-η, -ο
(για αμπέλι) που δεν έχει ακαμάτες, δηλ. βλαστούς χωρίς σταφύλια, που οι βλαστοί του είναι σταφυλοφόροι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < α- στερητ. + ακαμάτης
αναλογικός σχηματισμός κατά τα παράγωγα τών ρημάτων σε -εύω
πρβλ. βασιλεύω-αβασίλευτος, νοθεύω-ανόθευτος κ.τ.ό.].