Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ακοντισμός

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

ο (Α ἀκοντισμός) ἀκοντίζω
η ακόντιση
νεοελλ.
αγώνισμα κατά το οποίο ρίχνεται έντεχνα το ακόντιο σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερη απόσταση με πνεύμα συναγωνισμού
μσν.
(για υγρά) ανάβρυσμα, αναπήδημα.