Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αναπνέω

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

ἀναπνέω και επικ. ἀμπνείω και ἀμπνύω
1. εισπνέω και εκπνέω αέρα με τους πνεύμονες, ανασαίνω
2. εισπνέω ή εκπνέω χωριστά
βρίσκομαι στη ζωή, ζω
4. ευχαριστιέμαι με την αναπνοή, αναζωογονούμαι
5. ελαφρώνω από βάρη ή στενοχώριες, ανακουφίζομαι, συνέρχομαι
αρχ.
1. εκπέμπω σαν πνοή, εκβάλλω
2. αναδίνω οσμή
3. (για φωτιά) αναφλέγομαι, ξαναπαίρνω πνοή
κάνω κάποιον να αναπνεύσει.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα- + πνέω.
ΠΑΡ. αναπνοή
αρχ.
ἀνάπνευμα, ἀνάπνευσις, ἀνάπνοια, ἀνάπνοος.