Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αποβάλλω

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K

Greek Monolingual

(AM ἀποβάλλω)
1. βγάζω, αφαιρώ από πάνω μου («αποβάλλω τα ενδύματα», «αποβάλλω το προσωπείο» — δείχνω ποιος είμαι πραγματικά)
2. αποπέμπω, απομακρύνω (φρ. νεοελλ. «τον απέβαλαν από το σχολείο, απεβλήθη της αιθούσης» κ.λπ.)
3. (για έγκυο γυναίκα) γεννώ πρόωρα, ατελές ή νεκρό
αρχ.
1. εκθέτω βρέφος
2. ρίχνω πέρα, παρατώ
3. χάνω
4. παραπέμπω
5. (για ζώα) χάνω το τρίχωμα, το δέρμα κ.λπ. και βγάζω νέο.