Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αποφασίζω

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

(Μ ἀποφασίζω) [[[απόφαση]], (-ις)]
Ι. 1. σχηματίζω τελική γνώμη για κάτι
2. (για δημόσιες αρχές) εκδίδω απόφαση
3. κρίνω κάποιον ή κάτι
4. πείθω
5. παραδέχομαι ως οριστικό γεγονός
II. (μτχ. παθ. πρκμ.) αποφασισμένος, -η, -ο
1. αυτός που προτίθεται να κάνει κάτι οπωσδήποτε
2. ο καταδικασμένος από τους γιατρούς, ο ανίατα άρρωστος.