Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γαστήρ

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: γαστήρ Medium diacritics: γαστήρ Low diacritics: γαστήρ Capitals: ΓΑΣΤΗΡ
Transliteration A: gastḗr Transliteration B: gastēr Transliteration C: gastir Beta Code: gasth/r

English (LSJ)

ἡ, gen. έρος, γαστρός: dat. -έρι, γαστρί (the longer forms in Ep., Lyr., and once in Trag., E.Cyc.220): dat. pl.

   A γαστῆρσι Hp. Morb.4.54, γαστράσι D.C.54.22:—paunch, belly, Il.13.372, etc.; γ. ἀσπίδος the hollow of a shield, Tyrt.11.24; belly or wide part of a bottle, Cratin.190.    2 the belly, as craving food, κέλεται δέ ἑ γ. Od.6.133; βόσκειν ἣν γαστέρ' 17.228; γαστέρι δ' οὔ πως ἔστι νέκυν πενθῆσαι, i. e. by fasting, Il.19.225; ἐν γαστρὸς ἀνάγκαις A.Ag.726 (lyr.); to express gluttony, γαστέρες οἶον Hes.Th.26; γ. ἀργαί Epimenid.1; ἐγκράτεια γαστρὸς καὶ ποτοῦ X.Cyr.1.2.8, cf. Oec.9.11; γαστρὸς ἐγκρατής master of his belly, Id.Mem.1.2.1; opp. γαστρὸς ἥττων, ib.1.5.1; γαστρὶ δουλεύειν, χαρίζεσθαι, to be the slave of his belly, ib. 1.6.8, 2.1.2; γ. δελεάζεσθαι ib. 2.1.4; τῇ γ. μετρεῖν τὴν εὐδαιμονίαν D.18.296; τᾶς γαστρὸς φείδεσθαι, com. of one who has nothing to eat, Theoc. 21.41.    3 paunch stuffed with mincemeat, sausage, haggis, Od.18.44, 118, 20.25, Ar.Nu.409.    II womb, ὅντινα γαστέρι μήτηρ… φέροι Il.6.58; ἐκ γαττρός from the womb, from infancy, Thgn.305; ἐν γαστρὶ ἔχουσα big with child, Hdt.3.32; ὗν ἔχουσαν ἐν γ. PFlor.130.3 (iii A. D.); ἐν γ. φέρουσα Pl.Lg.792e; ἐν γ. λαβεῖν conceive, Arist.HA 632a28, AP11.18 (Nicarch.), LXX Ge.30.41, al.; συλλαμβάνειν v.l. ib. Ge.25.21, cf. Ev.Luc.1.31; ἐς γ. βάλλεσθαι Hdt.3.28; κατὰ γαστρὸς ἔχειν Vett. Val. 193.33; φέρειν Gp. 16.1.3; also γυνὴ ἑπτὰ ἤδη γαστέρας δυστοκοῦσα Philostr.VA3.39. (Perh.for γραστήρ, cf. γράω.)

German (Pape)

[Seite 475] έρος, syncop. γαστρός, dat. plur. γαστράσι, Hippocr. γαστῆρσι, ἡ; Hom. γαστήρ z. B. Iliad. 16, 163, γαστέρος Odyss. 17, 473, γαστέρι Iliad. 6, 58, γαστέρα 21, 180, γαστέρες Odyss. 18, 44, γαστρός 15, 344, γαστρί Iliad. 5, 539; Bauch, Unterleib, von Hom. an überall; auch übertr., ἀσπίδος, die Wölbung des Schildes, Tyrt. 2, 24. – Am gew. der Magen; eigtl., ἔτειρε δὲ γαστέρα λιμός Od. 4, 369; γαστρὶ φορβὰν ἀνύειν Soph. Phil. 704; Magenwurst, mit Fett u. Blut gefüllt, Od. 18, 44. 118. 20, 25; Ar. Nubb. 408; der Magen als Sitz der Eßlust, des Hungers, κακοεργός Od. 18, 53; κέλεται δέ ἑ γαστὴρ μήλων πειρήσοντα καὶ ἐς πυκινὸν δόμον ἐλθεῖν 6, 133; γαστρὶ χαρίζεσθαι, dem Bauche fröhnen, Xen. Cyr. 4, 2, 39, δουλεύειν Luc. ep. 9 (XI, 410); γαστρὶ δελεάζεσθαι, durch Freßbegier an den Köder gelockt werden, Xen. Mem. 2, 6, 1; γαστέρες οἶον, nur faule Bäuche, Schlemmer, Hes. Th. 26; Long. 4, 11; – γαστέρι δ' οὔ πως ἔστι νέκυν πενθῆσαι Ἀχαιούς, mit Fasten betrauern, Iliad. 19, 225; – = Speise, γαστρὸς καὶ ποτοῦ ἐγκρατεῖς Xen. Cyr. 1, 2, 8, mäßig in Essen u. Trinken; ἢ οἴνου Mem. 1, 5, 11. – Mutterleib; γαστέρι φέρειν, Il. 6, 58 τῶν μή τις ὑπεκφύγοι αἰπὺν ὄλεθρον χεῖράς θ' ἡμετέρας, μηδ' ὅν τινα γαστέρι μήτηρ κοῦρον ἐόντα φέροι· μηδ' ὃς φύγοι, ἀλλ' ἅμα πάντες Ιλίου ἐξαπολοίατ' ἀκήδεστοι καὶ ἄφαντοι, nicht das Kind im Mutterleibe möge verschont werden; ἐν γαστρὶ φέρειν = schwanger sein, Plat. Legg. VII, 792 e; im N. T. gew. ἐν γαστρὶ ἔχειν; ἐν γαστρὶ λαβεῖν, empfangen, Arist. ll. A. 9, 50. – Bei Philostr. v. Apoll. 3, 39 = Leibesfrucht. – In Lacedämon = γογγυλίς, Ath. IX, 369 a; s. γαστραία.

Greek (Liddell-Scott)

γαστήρ: ἡ, γεν. –έρος, κατὰ συγκοπ. γαστρός· δοτ. πληθ. γαστράσι. Κοιλία, τὸ ὑπογάστριον, Λατ. venter, Ὅμ., κτλ.· ἐντεῦθεν, γ. ἀσπίδος, τὸ κοῖλον αὐτῆς, Τυρταῖ. 11. 24· -ἡ κοιλία ἢ τὸ ἐξωγκωμένον μέρος ἀγγείου, Meineke Κρατῖν. Πυτ. 18· τὸ μέσον ἤτοι τὸ σαρκῶδες μέρος μυός, Γαλην. 5. 366. 2) ὁ στόμαχος ὡς ἐπιζητῶν τροφήν, κέλεται δέ ἑ γαστὴρ Ὀδ. Ζ. 133· γαστέρι δ’ οὔ πως ἔστι νέκυν πενθῆσαι, δηλ. διὰ τῆς νηστείας, Ἰλ. Τ. 225· ἐν γαστρὸς ἀνάγκαις Αἰσχύλ. Ἀγ. 726· -πρὸς ἔκφρασιν λαιμαργίας, γαστέρες οἶον Ἡσ. Θ. 26· γαστέρες ἀργαὶ Ἐπιμεν. ἐν τῇ πρὸς Τίτ. ἐπιστολ. α΄, 12· γαστρὸς καὶ ποτοῦ Ξεν. Κύρ. 1. 2, 8· γαστρὸς ἐγκρατής, κύριος τῆς κοιλίας αὑτοῦ, ὁ αὐτ. Ἀπομν. 1. 2, 1· ἀντίθ. τῷ γαστρὸς ἥττων αὐτόθι 1. 5, 1· γαστρὶ δουλεύειν ἢ χαρίσασθαι, εἶναι δοῦλος τῆς κοιλίας του, αὐτόθι 1. 6, 8., 2. 1, 2· γαστρὶ δελεάζεσθαι αὐτόθι 2. 1, 4· τῇ γαστρὶ μετρεῖν τὴν εὐδαιμονίαν Δημ. 324. 25· τᾶς γαστρὸς φείδεσθαι, κωμικὴ ἔκφρασις προκειμένου περί τινος, ὅστις δὲν ἔχει νὰ φάγῃ τι, Θεόκρ. 21. 41. 3) ὁ στόμαχος τῶν ζῴων πεπληρωμένος μὲ λεπτοκομμένον κρέας καὶ αἷμα κατὰ τὸν τρόπον τῶν ἀλλάντων (πρβλ. φύσκη), Ὀδ. Σ. 44. 118., Υ. 25, Ἀριστοφ. Νεφ. 409, πρβλ. γαστρίον· -ἐντεῦθεν γαστρόπτης, ου, ὁ, ἀναφερόμενος μεταξὺ τῶν μαγειρικῶν σκευῶν, Πολυδ. Ι΄, 105. ΙΙ. ἡ μήτρα, Λατ. uterus, ὅντινα γαστέρι μήτηρ … φέροι Ἰλ. Ζ. 58· ἐκ γαστρός, ἐκ τῆς μήτρας, ἐκ μικρᾶς ἡλικίας, Θέογν. 305· ἐν γαστρὶ ἔχειν, ἔγκυον εἶναι, ἐγκυμονεῖν, Ἡρόδ. 3. 32· φέρειν Πλάτ. Νομ. 792E· ἐν γ. λαβεῖν, συλλαβεῖν ἐν τῇ κοιλίᾳ, Ἀριστ. Ἱστ. Ζ. 9. 50, 8· -ὡσαύτως, γυνὴ ἑπτὰ ἤδη γαστέρας δυστοκοῦσα Φιλόστρ. 129. (Πρβλ. Σανσκρ. ǵathar-as (venter), Γοτθ. quith-us· τὸ Λατ. venter πιθ. ἀνήκει εἰς τὴν αὐτὴν ῥίζαν, πρβλ. voro =Σανσκρ. gar (ἴδε ἐν λ. βιβρώσκω), γέντα =ἔντερα, Καλλ. Ἀποσπ. 309, Ἡσύχ.· καὶ ἴσως παραβλητέον τὸ γέντο =ἔλαβε).

French (Bailly abrégé)

γαστρός (ἡ) :
A. ventre :
I. ventre au sens génér.
II. ventre pour estomac (lat. venter) : βόσκειν γαστέρα OD nourrir litt. repaître son ventre, se nourrir ; γαστέρι νέκυν πενθῆσαι IL célébrer par un jeûne (litt. par le ventre) le deuil d’un mort ; p. ext.
1 synon. de envie de manger, appétit, faim : ἐν γαστρὸς ἀνάγκαις ESCHL dans les nécessités de la faim ; γαστρὸς ἐγκρατής XÉN qui maîtrise son appétit ; γαστρὸς ἥττων XÉN esclave de sa gourmandise ; γαστρὶ δουλεύειν, χαρίσασθαι, être l’esclave de son ventre, complaire à son ventre;
2 synon. de nourriture, manger;
III. ventre pour sein, entrailles (lat. uterus) : τινα γαστέρι φέρειν IL, ἐν γαστρὶ ἔχειν HDT porter un enfant dans son sein;
B. p. anal. poche gonflée de chair préparée, boudin, saucisse.
Étymologie: cf. lat. venter.

English (Autenrieth)

έρος (also gen. γαστρός, dat. -τρί): belly; the womb, Il. 6.58; met. for hunger, Od. 6.133, etc.; paunch, haggis, Od. 18.44.

English (Slater)

γαστήρ
   a stomach γαστρὶ δὲ πᾶς τις ἀμύνων λιμὸν αἰανῆ τέταται (I. 1.49)
   b wombτίς ἀνθρώπων σε χαμαιγενέων πολιᾶς ἐξανῆκεν γαστρός;” (P. 4.99)

Spanish (DGE)

-τρός, ἡ

• Morfología: [ép., lír. y una vez en trág. sg. gen. -τέρος Od.17.473, E.Cyc.220, Batr.71, Orph.L.507, AP 9.126; dat. -τέρι Il.4.531, Hes.Fr.58.13, Euph.81.5, Call.Del.189, SHell.288.43b; plu. gen. -τρῶν Hom.Clem.10.16.2; dat. -τῆρσι Hp.Morb.4.54, -τράσι D.C.54.22.2, Hippiatr.Cant.8.7; du. gen.-dat. -τέροιν Hp.Cord.7]
I 1vientre gener., como cavidad que abarca estómago y vientre, a veces estómago γαστέρα γάρ μιν τύψε παρ' ὀμφαλόν Il.21.180, μέσῃ δ' ἐν γαστέρι πῆξε Il.13.372, cf. E.Cyc.220, ὑπὸ τῇ γαστρί op. πρὸς τῇ ὀσφύϊ Arist.GA 720a1
tb. panza o vientre, tripa de anim., de carneros Od.9.433, cf. Gal.15.883, de caballos, Hdt.4.22, Hippiatr.Cant.8.7, de una liebre, Hdt.1.123, de una golondrina Carm.Pop.2.4, de una rana Batr.71, de una serpiente de agua, Call.Fr.194.22, de Cerbero, Euph.81.5, de cabras o bueyes rellenos con picadillo y salsas Od.18.44, 118, 20.25, cf. Hes.Th.539, Hdt.4.61, Ar.Nu.409
abdomen de los zánganos, Hes.Th.599, de escarabajos trigueros, Hp.Mul.2.206, de crustáceos y cefalópodos, Arist.HA 525b19, 523b27
tb. frec. en medic. como órgano de la digestión equivalente a κοιλία vientre, estómago, abdomen γαστρὸς τὸ περὶ ὀμφαλόν la parte del vientre alrededor del ombligo Hp.Epid.7.52, cf. 5.1, LXX Ib.40.16, ἡ γαστὴρ οὐ διαχωρεῖ ... καὶ περὶ τὴν κοιλίην οἰδήματα γίνεται Hp.Prog.8, cf. 24, Prorrh.2.41, Epid.4.3, γ. ταράσσεται Hp.Morb.2.46, cf. Epid.7.11, Gal.17(1).988, LXX Ps.30.10, φυσᾶται ἡ γ. Hp.Epid.6.3.5, cf. Acut.(Sp.) 51, ὀδύνη τῆς γαστρὸς σφοδρή en un caso de disentería, Hp.Epid.7.3
muy frec. como sede del hambre estómago o vientre γαστέρι ... νέκυν πενθῆσαι llorar a un muerto con el estómago, e.e. ayunando, Il.19.225, κέλεται δέ ἑ γ. le ordena el estómago, Od.6.133, cf. Thgn.486, βόσκειν ἣν γαστέρ' ἄναλτον Od.17.228, ἔτειρε δὲ γαστέρα λιμός Od.4.369, 12.332, cf. Pi.I.1.49, Call.SHell.288.43b, ἐν κενῇ γὰρ γαστρὶ τῶν καλῶν ἔρως οὐκ ἔστι Achae.6
a veces identificado c. el apetito, hambre, voracidad o glotonería μετὰ δ' ἔπρεπε γαστέρι μάργῃ destacaba por su estómago glotón, Od.18.2, σεῦ γ. νόον ... παρήγαγεν ἐς ἀναιδείην Archil.216.4, σαίνων τε γαστρὸς ἀνάγκαις haciendo fiesta por imperativo del estómago, e.e. por el hambre A.A.726, cf. Plb.10.18.12, Hierocl.Facet.42, ἐγκράτειαν γαστρὸς καὶ ποτοῦ X.Cyr.1.2.8, cf. Mem.1.2.1, Oec.9.11, γαστρὸς οὐ κατακρατεῖς Hippon.129a.2, cf. Thgn.915, Theoc.21.41, ἥττων γαστρός esclavo de su estómago X.Mem.1.5.1, cf. 1.6.8, τῇ γαστρὶ χαρίζεσθαι X.Mem.2.1.2, cf. Sol.14.4, Thgn.1000, γαστρὶ δελεάζεσθαι morder el anzuelo del estómago, e.e. perderse por la comida X.Mem.2.1.4, τῇ γαστρὶ μετροῦντες ... τὴν εὐδαιμονίαν D.18.296, ἀπὸ γαστρὸς τὰς ἡδονὰς ποιέονται Democr.B 235
por ext. ref. a pers. como expresión de glotonería γαστέρες οἷον vientres tan sólo, e.e. insaciables Hes.Th.26, γαστέρες ἀργαί dicho de los cretenses, Epimenid.B 1.
2 a veces específicamente estómago (quizá ya en Hom. v. supra) op. κοιλίη: τῆς ἄνω κοιλίης ... καὶ τοῦ στομάχου τῆς γαστρὸς Hp.Morb.Sacr.7, cf. Acut.(Sp.) 42, Gal.15.460, 17(1).925.
3 ἡ νέαιρα γ. el bajo vientre, Il.5.539, Hp.Nat.Mul.2, 5.
4 analóg. γ. ἀσπίδος la concavidad o parte abombada de un escudo Tyrt.7.24
ventrículo del corazón, Hp.Cord.4, 7
vientre o panza de una botella, Cratin.202
parte cóncava de la nave, Did.Fr.Lex.5.9.
II en la mujer
1 seno o vientre materno ὅν τινα γαστέρι μήτηρ ... φέροι Il.6.58, cf. Hes.Fr.58.13, οὐ πάντες κακοὶ ἐκ γαστρὸς γεγόνασιν Thgn.305, cf. Call.Del.189, γ. ... σ' ἐλόχευσεν AP 9.126, τοῦτο γὰρ οὐ κεκώλυκεν ἡ γ. pues esto no lo impide su vientre, e.e. la menstruación Ach.Tat.4.7.8
ἐν γαστρὶ ἔχουσα (sc. γυνή) embarazada, preñada Hdt.3.32, Hp.Aph.5.31, 52, cf. Aër.10, PMich.688.9 (II/I a.C.), LXX Ge.16.4, Eu.Luc.13.17, Vett.Val.184.10, ἐν γαστρὶ ἀσήμως ἀρξαμένη empezando a estar encinta sin signos Hp.Epid.4.24, τῆς μητρῴας γαστρός Lyd.Mag.1.23, de anim., Hdt.3.109, 4.30, PFlor.130.3 (III d.C.)
tb. φέρουσαι ἐν γαστρί (sc. γυναῖκες) embarazadas Pl.Lg.792e, φέρειν κατὰ γαστρός Gp.16.1.3
ἐν γαστρὶ λαμβάνειν concebir Hp.Oct.4.2, AP 11.18 (Nicarch.), LXX Ge.25.21, Ex.2.22, συλλαμβάνειν ἐν γαστρί de la Virgen Eu.Luc.1.31
ἐς γαστέρα βάλλεσθαι concebir de anim., Hdt.3.28, cf. Arist.HA 632a28, LXX Ge.30.41
por sinécdoque madre νόμος ... πρὸς τὴν τῆς γαστρὸς κατάστασιν ley para el status legal de la madre Iust.Nou.54 proem., cf. 156.1.
2 metáf. parto γυνὴ ... ἑπτὰ ἤδη γαστέρας δυστοκοῦσα mujer que ha tenido ya siete malos partos Philostr.VA 3.39
de donde tb. hijo αἱ τῆς ζηλοτυπίας ὠδῖνες νικῶσι καὶ τὴν γαστέρα los dolores producidos por los celos superan incluso al propio vientre, e.e. al afecto por los hijos Ach.Tat.5.5.7.

• Etimología: Gener. se admite una forma *γραστήρ deriv. de γράω c. disim. de ρ, cf. ai. grastar- ‘que oscurece’ e.e. ‘que devora’. Otros lo rel. c. het. genzu ‘entrañas’ de *gem- (cf. γέντα) y postulan *gm̥s-ter.

English (Strong)

of uncertain derivation; the stomach; by analogy, the matrix; figuratively, a gourmand: belly, + with child, womb.

English (Thayer)

γαστρός (poetic, γαστερος), ἡ, in Greek authors from Homer down; in the Sept. for בֶּטֶן;
1. the belly; by metonymy, of the whole for a part,
2. Latin uterus, the womb: ἐν γαστρί ἔχειν to be with child) see ἔχω, I:1b.): Sept. for הָרָה, Herodotus 3,32and vit. Homer 2; Artemidorus Daldianus, oneir. 2,18, p. 105; 3,32, p. 177; Pausanias, Herodian, others); συλλαμβάνεσθαι ἐν γαστρί to conceive, become pregnant, the stomach; by synecdoche a glutton, gormandizer, a man who is as it were all stomach, Hesiod theog. 26 (so also γάστρις, Aristophanes av. 1604; Aelian v. h. 1,28; and Latin venter in Lucil. sat. 2,24edition Gerl. 'vivite ventres'): γαστέρες ἀργαί, ἀργός, b.

Greek Monolingual

η (AM γαστήρ)
1. η κοιλιά, το μέρος του σώματος που περιέχει τα σπλάχνα, ανάμεσα στον θώρακα και στους μηρούς
2. το στομάχι
3. φρ. α) «βόσκειν ἥν γαστέρα» — να γεμίσει την κοιλιά του Όμ.
β) «γαστέρες οἶον» — μόνο κοιλιές, μόνο για φαΐ (Ησίοδ.)
μσν.
πήλινο δοχείο, γαστέρα
αρχ.-μσν.
1. η μήτρα, η κοιλιά της μάννας
2. φρ. «ἐν γαστρὶ λαμβάνω ή ἔχω» — συλλαμβάνω, κυοφορώ (Αριστοτ., ΠΔ, ΚΔ)
β) «ἐκ γαστρός» — από την κοιλιά της μάννας του, από τη νηπιακή ηλικία
αρχ.
1. το κοίλο μέρος της ασπίδας
2. η κοιλιά ή το πλατύτερο μέρος του αγγείου
3. είδος αλλαντικού.
[ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. < γρασ-τήρ (< γράω «τρώω, ροκανίζω») «αυτός που καταβροχθίζει», με ανομοίωση τών δύο -ρ-. Ο αρχικός τ. θα ήταν μορφολογικά ταυτόσημος με αρχ. ινδ. grαstαr- «αυτός που επισκιάζει, που αμαυρώνει (ως όρος της αστρονομίας), δηλ. «αυτός που εξαφανίζει, που καταβροχθίζει». Άλλοι συνδέουν τη λ. με τα γέμω, γέντα «έντερα». Το επίθημα (-τερ-) της λέξεως εμφανίζεται άλλοτε με απαθή (πρβλ. γασ-τέρ-ος) και άλλοτε με μηδενισμένη βαθμίδα ρίζας (πρβλ. γασ-τρ-ός) για μετρικούς κυρίως λόγους, ενώ αργότερα οι τ. της απαθούς βαθμίδας απαντούν μόνο στον ποιητικό λόγο. Το θηλ. γένος της λέξεως πιθ. κατά το συνώνυμο νηδύς «στομάχι, κοιλιά κ.λπ.». Άλλο συνώνυμο είναι το μεθομηρικό κοιλία, το οποίο διατηρήθηκε στη Νέα Ελληνική. Η λ. γαστήρ με τις μορφές γαστρ-, γαστρι-, γαστρο- χρησιμεύει ως α' συνθετικό πολλών λέξεων όλης της Ελληνικής, καθώς και πολλών επιστημονικών όρων
λιγότερο εκτεταμένη είναι η χρήση του ως β' συνθετικού με τις μορφές -γάστωρ, -γάστριος.
ΠΑΡ. γάστρα, γαστρί(ον), γαστρίδιο(ν)
αρχ.
γαστρίζω, γάστρις, γαστρώδης, γάστρων
νεοελλ.
γαστρικός.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) γαστρίδουλος, γαστρίμαργος, γαστρολογία, γαστρονομία, γαστρορραφία, γαστρόρροια, γαστροτόμο(ς), γαστρόφιλος
αρχ.
γαστραφέτης, γαστροβαρής, γαστροβόρος, γαστροειδής, γαστροκνήμη, γαστροκνημία, γαστρομαντεύομαι, γαστροπίων, γαστρόπτης, γαστροφορώ, γαστροχάρυβδις
μσν.
γαστεροπλήξ, γαστρίοικος, γαστρόφρων
νεοελλ.
γαστραγγειακός, γαστραλγία, γαστραντλία, γαστρεκτασία, γαστρεκτομή, γαστρεντεραλγία, γαστρεντερικός, γαστρεντερίτιδα, γαστρεντεροαναστόμωση, γαστρεντερολόγος, γαστρεντερόπτωση, γαστρεντεροστομία, γαστρεπιπλοϊκός, γαστροβιοψία, γαστρογενής, γαστροδυνία, γαστροδωδεκαδακτυλικός, γαστροκαρδιακός, γαστρολατρία, γαστρονόμος, γαστροοισοφαγικός, γαστροπάθεια, γαστροπλαστική, γαστρόπτωση, γαστρορραγία, γαστροσκόπηση. (Β' συνθετικό) επιγάστριος, ομογάστριος, προγάστωρ, υπογάστριος
αρχ.
αγάστωρ, γλωσσογάστωρ, εγγάστριος, εγγλωττογάστωρ, εγχειγάστωρ, εγχειρογάστωρ, εριγάστωρ, ετερογάστριος, ευρυγάστωρ, ζωνογάστωρ, κατεπιγάστριος, κοιλογάστωρ, κυτογάστωρ, μεγαλογάστωρ, μεσογάστωρ, νοογάστωρ, ογάστριος, ογάστωρ, ολβιογάστωρ, ομογάστωρ, πλατυγάστωρ, συργάστωρ, ταυρογάστωρ, υδρογάστωρ, χειρογάστωρ.

Greek Monotonic

γαστήρ: ἡ, γεν. -έρος, συνηρ. γαστρός, δοτ. πληθ. γαστράσι·
I. 1. κοιλιά, στομάχι, Λατ. venter, σε Όμηρ. κ.λπ.· από όπου, γαστὴρ ἀσπίδος, το κοίλωμα της ασπίδας, σε Τυρτ.· συχνά χρησιμ. για να εκφράσει απληστία, πλεονεξία ή αδηφαγία, λαιμαργία, γαστέρες οἶον, τίποτε άλλο από στομάχια, σε Ησίοδ.· γαστρὸς ἐγκρατής, κυρίαρχος της κοιλιάς του, γαστρὸς ἥττων, υπόδουλος σε αυτήν, σε Ξεν.
2. το στομάχι των ζώων που είναι παραγεμισμένο με ψιλοκομμένο κρέας, όπως γίνεται με τα αλλαντικά και ιδίως το λουκάνικο, σε Ομήρ. Οδ., Αριστοφ.
II. μήτρα, Λατ. uterus· γαστέρι φέρειν, είμαι έγκυος, κυοφορώ, σε Ομήρ. Ιλ.· ομοίως, ἐκ γαστρός, από τη μήτρα, από τα γεννοφάσκια, σε Θέογν.· ἐνγαστρὶ ἔχειν, σε Ηρόδ. (αμφίβ. προέλ.).

Russian (Dvoretsky)

γαστήρ: γαστρός, эп.-поэт. тж. γαστέρος ἡ
1) желудок Hom., Soph., Arst., Plut.;
2) живот, брюхо Hom., Arst., Plut.;
3) потребность в пище (γαστρὶ φορβὰν ἀνύειν Soph.): γαστρὶ χαρίζεσθαι Xen. или δουλεύειν Xen., Anth. предаваться обжорству, быть чревоугодником; γαστέρι πενθῆσαί τινα Hom. поститься от скорби по ком-л.; ἐν γαστρὸς ἀνάγκαις Aesch. движимый голодом;
4) пища, еда (ἐγκρατὴς γαστρὸς καὶ πότου Xen.);
5) материнская утроба, чрево: γαστέρι (γαστρὶ) φέρειν Hom., Plat. и ἐν γαστρὶ ἔχειν Her. носить в чреве, быть беременной;
6) кулин. начиненный мясным фаршем желудок, желудочная колбаса (γαστέρες αἰγῶν Hom.; ὀπτᾶν γαστέρα τινί Arph.).

Frisk Etymological English

-τρός, -τέρος
Grammatical information: f.
Meaning: belly, paunch, womb (Il.).
Other forms: (inflection s. Schwyzer 568, Chantr. Gramm. hom. 1, 96 und 215) f.
Compounds: γαστρ(ι\/ο)-. Old ὀγάστωρ H.
Derivatives: γάστρα, belly of a vase (Il., inscr., cf. μήτρα); γάστρων pot-belly (Alc.). Denom. γαστρίζω (Ar..
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: The etymology from *γρασ-τήρ as "Fresser, glutton" to γράω (q. v.) (formally = Skt grastar- Verfinsterer (as astron. term), prop.. "devourer") seems generally accepted. But you don't eat with yout belly. DELG "le ventre de femme en tant qu'elle concoit et porte un enfant" does not convince. An IE etymology is improbable (a-vocalism). Otherwise Brugmann IF 11, 271 A. 1 (to γέμω) and Szemerényi WuS NF 1, 154ff. (s. γέντα). - Names for belly see Janzén Zeitschr. f. slav. Phil. 15, 54f.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

γαστήρ -στρός, ἡ, ep. poët. gen. ook γαστέρος ; ep. poët. dat. sing. ook γαστέρι.
1. deel van de romp tussen middenrif en bekkengordel buik :. γαστέρα … μιν τύψε hij trof hem in de buik Il. 21.180.
2. vooral van specifieke organen daarin
3. maag; als fysieke plek van honger:; γαστέρι δ ’ οὔ πως ἔστι νέκυν πενθῆσαι Ἀχαιούς het is niet mogelijk dat de Achaeërs met de maag (d.w.z. door te vasten) rouwen om een dode Il. 19.225; ook van dieren, gebruikt om voedsel in klaar te maken:; γαστέρες αἵδ ’ αἰγῶν …, τὰς ἐπὶ δόρπῳ κατθέμεθα κνίσης τε καὶ αἵματος ἐμπλήσαντες deze magen van geiten, die we voor het eten hebben klaargezet na ze met vet en bloed gevuld te hebben Od. 18.44; uitbr.. γαστρὸς ἀνάγκαις door dwang van de maag (d.w.z. gedreven door honger) Aeschl. Ag. 726; γαστρὸς ἐγκρατής meester over zijn maag (d.w.z. een matige eter) Xen. Mem. 1.2.1.
4. baarmoeder, schoot: ἐν γαστρὶ ἔχειν zwanger zijn.

Middle Liddell

[deriv. uncertain]
I. the paunch, belly, Lat. venter, Hom., etc.: hence, γ. ἀσπίδος the hollow of a shield, Tyrtae.:—often to express greed or gluttony, γαστέρες οἶον mere bellies, Hes.; γαστρὸς ἐγκρατής master of his belly, γαστρὸς ἥττων a slave to it, Xen.
2. the paunch stuffed with mince-meat, a black-pudding, sausage, Od., Ar.
II. the womb, Lat. uterus, γαστέρι φέρειν to be with child, Il.; so, ἐκ γαστρός from the womb, from infancy, Theogn.; ἐν γαστρὶ ἔχειν Hdt.

Frisk Etymology German

γαστήρ: -τρός, -τέρος
{gastḗr}
Forms: (zur Flexion Schwyzer 568, Chantraine Gramm. hom. 1, 96 und 215) f. (nach νηδύς? Wackernagel-Debrunner KZ 67, 162)
Meaning: Bauch, Mutterleib, Magen, Magenwurst (seit Il.).
Derivative: Mehrere Ableitungen, vorwiegend aus der Volks- und Fachsprache: Deminutivum γαστρίον (Miletos Va usw., vgl. Schwyzer 470); γάστρα, -η der Bauch eines Gefäßes, ein bauchiger Topf (Il., Inschr. usw., vgl. μήτρα und Schwyzer 532, Chantraine Formation 24); γάστρων Dickbauch (Alk., Ar. u. a.), γάστρις m. f. Fresser, bauchig (seit Ar.), γαστρώδης bauchig (Hp., Ar.). Denominativum γαστρίζω auf den Bauch schlagen, sich den Bauch füllen (Ar., Theopomp. usw.) mit γαστρισμός (Sophil.). Oft als Vorderglied (γαστρο-, γαστρι-).
Etymology : Ohne Zweifel mit Prellwitz KZ 47, 297f. und Lagercrantz GHÅ 26 (1920): 2, 65ff. aus *γραστήρ als "Fresser" zu γράω (s. d.); formal = aind. grastar- Verfinsterer (als astron. Terminus), eig. "Verschlinger"; vgl. ngr. γλάστρα Blumentopf mit anderer Form der Dissimilation, dazu Kretschmer Glotta 12, 219. Andere Deutungen von Brugmann IF 11, 271 A. 1 (zu γέμω) und Szemerényi WuS NF 1, 154ff. (s. γέντα). — Beispiele verschiedener Benennungen des Magens bei Janzén Zeitschr. f. slav. Phil. 15, 54f.
Page 1,291

Chinese

原文音譯:gast»r 瓜士帖而
詞類次數:名詞(9)
原文字根:腹 相當於: (בֶּטֶן‎) (הָרֶה‎ / הָרִיָּה‎)
字義溯源:胃^,腹,懷孕,懷胎,孕,胎,饞漢。這字指一個瓶罐最寬的部位;或女人的腹部,女人懷孕也用這腹字;這字有時用來描寫人的食慾:人可能是他肚腹的奴隸,也可能是他肚腹的主人。
同義字:1) (γαστήρ)胃,腹 2) (κοιλία)腔,肚腹 3) (μήτρα)子宮
出現次數:總共(9);太(3);可(1);路(2);帖前(1);多(1);啓(1)
譯字彙編
1) 孕(6) 太1:18; 太24:19; 可13:17; 路1:31; 路21:23; 啓12:2;
2) 饞漢(1) 多1:12;
3) 懷孕(1) 太1:23;
4) 胎(1) 帖前5:3

English (Woodhouse)

γαστήρ = belly, stomach, appetite for food

⇢ Look up "γαστήρ" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)