αρνειός
ἧς ἂν ἐπ' ἐλάχιστον ἀρετῆς πέρι ἢ ψόγου ἐν τοῖς ἄρσεσι κλέος ᾖ → of whom there is least talk either for praise or blame, of whom there is least notoriety among the men either for praise or blame
Greek Monolingual
ἀρνειός και ἀρνηός, ο (Α)
1. το κριάρι
2. ως επίθ. «ὄιν ἀρνειόν» — αρσενικό πρόβατο
3. ο αστερισμός του Κριού.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. αρνειός < αρσνειός (πρβλ. πτέρνα, γοτθ. fairzna) < αρσνηFός (πρβλ. άρσην). Η σύνδεση με τον τ. Fαρήν είναι σημασιολογικά μη ικανοποιητική και μορφολογικά αδύνατη λόγω της απουσίας του αρχικού F στον τ. αρνειός. Προφανώς ο αρχικός τ. ήταν αρνηός, όπως αποδεικνύεται από τον αττικό τ. αρνεώς (με αντιμεταχώρηση) και το παράγωγο αρνηάδες. Η λ. αρνειός απαντά στον αρχαίο ποιητικό λόγο για να δηλώσει «το κριάρι», και μάλιστα «το αρσενικό τριετές κριάρι», σε αντιδιαστολή με τη λ. κριός, η οποία χρησιμοποιείται στον πεζό λόγο και σημαίνει «το θηλυκό κριάρι»].