Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σταθερότητα

Ὁ δὲ μὴ δυνάμενος κοινωνεῖν ἢ μηδὲν δεόμενος δι' αὐτάρκειαν οὐθὲν μέρος πόλεως, ὥστε ἢ θηρίονθεός -> Whoever is incapable of associating, or has no need to because of self-sufficiency, is no part of a state; so he is either a beast or a god
Aristotle, Politics

Greek Monolingual

η / σταθερότης, -ητος, ΝΜΑ, και σταθηρότης Α σταθερός
η ιδιότητα του σταθερού, το να είναι κάτι σταθερό, πάγιο, μόνιμο
νεοελλ.
1. (μετεωρ.) κατάσταση της ατμόσφαιρας κατά την οποία τα στρώματα τών αέριων μαζών διαδέχονται το ένα το άλλο κατά τρόπο που η πυκνότητά τους να μειώνεται με το ύψος
2. χημ. α) ο αμετάβλητος χαρακτήρας μιας χημικής ουσίας
β) η περίπτωση ενός σώματος ή ενός συστήματος που βρίσκεται σε κατάσταση ισορροπίας
3. (χημ. τεχνολ.) η ιδιότητα ενός προϊόντος του πετρελαίου να παραμένει αμετάβλητο κατά τη διάρκεια της αποθήκευσης ή της χρήσης του
4. φρ. «πολιτική σταθερότητα» — κατάσταση που χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη σταθερής κυβέρνησης και από τον περιορισμό και την άμβλυνση τών κοινωνικών συγκρούσεων.